Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
αύριο, αύριο, αύριο λένε:το Πάσχα του Θεού.
Οδ. Ελύτης
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
αύριο, αύριο, αύριο λένε:το Πάσχα του Θεού.
Οδ. Ελύτης
«Εὐχὲς κροτίδες καὶ φιλήματα ἀνταλλάσσουν
οἱ ἅγιες μέρες μεταξύ τους
κι ἐγὼ χτυπῶ τὴν πόρτα σου
ὄχι γιὰ νὰ εἰσέλθω μολονότι
κατάλληλο εἶναι τὸ σῶμα ποὺ φορῶ
μὲ προϋπηρεσία ἔντιμη μακρὰ
ἔξωθεν τοῦ Νυμφῶνος.
Βγὲς ἄφοβα.
Ὄχι ἀνταπόκριση ἀπόκριση ζητῶ
τὸ φίλημα ἐκεῖνο ποὺ ἔριξες
ἀπὸ τὸ ὕψος εὐγενέστατης εὐχῆς
Καλὴ Ἀνάσταση
καὶ σφάχτηκε ὁ λαιμὸς μὲ τὸ γιακὰ μου
ἦταν ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ ρίχνουμε
στὸ δίσκο τοῦ ἐθίμου;
ἦταν στὸ τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ἦταν μιὰ γενναιόδωρη ἔμπνευση
πτωχῆς ἀδιαφορίας;
Σὲ ρωτῶ
γιατὶ δὲν εἶδα ταμπελίτσα
δὲν εἶδα νὰ αναγράφεται
τὸ μέγεθος καὶ ἡ σύνθεση τῆς θέρμης
οὔτε καὶ εἶδα τυπωμένη
τὴ μάρκα τῶν χειλιῶν σου πουθενά.
Ἀνώνυμο τελείως
λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αισθανθώ.»
Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος
“Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν….
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ᾽ εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.
Λυτρώνεται ο άνθρωπος;
Απαντά το λουλούδι: «Θα χαθούμε»
κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.”
ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ, Το Πάσχα των Πιστών, Νέες Δοκιμές, 1954
— Χριστέ μου
του προσευχήθηκε το αρνί
μπροστά στο εικόνισμα
δέομαι Σου
τώρα που έρχεται η ‘Ανάσταση Σου
άσε με όσο μου αναλογεί να τη γιορτάσω
βάλε κι εμένα σφάγιο στο θρίαμβο Σου.
ΒΑΡΒΕΡΗΣ, συλλ. Ζώα στα σύννεφα
Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.
(Ενός λεπτού μαζί, 1998) ΔΗΜΟΥΛΑ
«Νύχτωσε»:
Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε πού ξέραμε καθόλου
τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τούς μουσικούς·
πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
έχοντας στους ώμους τους
τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
κάπνισε το τσιγάρο σου
μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία,
μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα.
Νύχτωσε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (Aπό τη συλλογή «Τα αρνητικά της σιωπής»)
Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ἀστέρι –
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ΄ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ΄ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μές τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα!
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε!
Φιληθῆτε γλυκά, χείλη μὲ χείλη –
πέστε Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι!
Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
λάμπει τὸ ἀσῆμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες –
κάθε πρόσωπο λάμπει ἂπ΄ τ΄ ἁγιοκέρι,
ὁπού κρατοῦνε οἱ χριστιανοὶ στὸ χέρι…
(«Τὰ εὑρισκόμενα ἰππότου Διονυσίου κόμιτος Σολωμού», ἔκδ. Κ. Ρωσσολίμου, Ζάκυνθος 1857)