Ο αληθινά Εσταυρωμένος εαυτός μας.
Σβησμένος κεραυνός
μες στην κακοκαιρία.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ
.....
Άκου τα σήμαντρα
των εαρινών εκκλησιών.
Είναι οι εκκλησίες
που δε γνώρισαν τη σταύρωση
και την ανάσταση.
Γνώρισαν μόνο τις εικόνες
του Δωδεκαετούς
που ‘χε μια μάνα τρυφερή
που τον περίμενε τα βράδια στο κατώφλι
έναν πατέρα ειρηνικό που ευώδιαζε χωράφι
που ‘χε στα μάτια του το μήνυμα
της επερχόμενης Μαγδαληνής.
Γ.ΡΙΤΣΟΣ
Χρειάστηκαν 33 χρόνια κι ένας Γολγοθάς,
για να καταλάβω ότι δεν είμαι ο Ιησούς.
Ο σταυρός είμαι.
Εξ ου και δεν συμμετέχω στην Ανάσταση.
AΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ
«όχλος πολύς…έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ»
ένα φεγγάρι χλωμό, σχεδόν χολερικό
πάνω απ' την πόλη φέρνει τις βόλτες του
είναι πανσέληνος, δηλώνει στην ταυτότητα
αλλά δεν μας ξεγελά, προδομένη γυναίκα είναι
που στη νύχτα σέρνει τις αμαρτίες κάποιου παλιού εραστή
υψώνεται πάνω απ' τα ερειπωμένα νεοκλασικά της Νεάρχου
φωτίζει τα βάθη της θάλασσας στο Κουμ Καπί
στο θολωμένο μας μυαλό δίνει ελπίδα
κι ύστερα τρέχει να κρυφτεί πίσω απ' τις γκρίζες πολυκατοικίες
της μίζερης επαρχίας, ξημερώνει
πίσω στο σπίτι θα βάλει ένα ποτό, θα φτιάξει ένα γλυκό
με τη γάτα της θα χωθεί στα σεντόνια, κρυώνει
ανοίγει τα παλιά βιβλία της, βάζει μουσική
Κυριακή των Βαΐων σήμερα αλλά τίποτα δεν έχει αλλάξει
όπως πάντα, τον Ιησού θα υποδεχτούν στα Ιεροσόλυμα
οι άρχοντες και ο λαός, σαν βασιλιά και σαν σωτήρα
για να σταυρώσουν αύριο σαν αλήτη και ληστή
βλέπεις, οι Ιούδες είχαν πάντα πέραση
το φιλί τους, καυτό, υπέροχο και ηδονικό
καθυστερεί την Ανάσταση
τόσο, όσο χρειάζεται για να μας ξαναπροδώσουν.
Ειρηναίος Μαράκης
Τίποτα δὲν ἀγγίζει τὶς ἀπριλιάτικες βιολέτες,
τίποτα: μονάχα ὁ ἀκάνθινος Ἰησοῦς.
Ν.Καρούζος. «Ἡ ἐπωνυμία τοῦ πένθους»
Χριστὸς ἡ ὀρθὴ γωνία· Χριστὸς τὸ πυθαγόρειο
θεώρημα
Χριστὸς ὁ ἀπειροστικὸς λογισμός ἄνωθεν ὄλβια
Χριστὸς τὰ Σύνολα.
Χριστὸς ἡ ψηφιδογραφία στὰ μαζικὰ σωμάτια
Χριστὸς ἡ μάζα μηδέν.
«Διαλεκτικὴ τοῦ ἔαρος»ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Μὲ τί βιασύνη προχωρεῖ ὁ Ἰησοῦς
ἐφέτος
πρὸς τὴν Ἀνάσταση…
Παραμερίζει πανέρια τεράστια
γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τοὺς ἀέναους
παπάδες
τινάζει νευρικὰ πρὸς τὰ πίσω
τὴ μαλλούρα του
τὸ γεγονὸς εἶν’ ὁλοφάνερο:
βαρέθηκε
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
«Εὐχὲς κροτίδες καὶ φιλήματα ἀνταλλάσσουν
οἱ ἅγιες μέρες μεταξύ τους
κι ἐγὼ χτυπῶ τὴν πόρτα σου
ὄχι γιὰ νὰ εἰσέλθω μολονότι
κατάλληλο εἶναι τὸ σῶμα ποὺ φορῶ
μὲ προϋπηρεσία ἔντιμη μακρὰ
ἔξωθεν τοῦ Νυμφῶνος.
Βγὲς ἄφοβα.
Ὄχι ἀνταπόκριση ἀπόκριση ζητῶ
τὸ φίλημα ἐκεῖνο ποὺ ἔριξες
ἀπὸ τὸ ὕψος εὐγενέστατης εὐχῆς
Καλὴ Ἀνάσταση
καὶ σφάχτηκε ὁ λαιμὸς μὲ τὸ γιακὰ μου
ἦταν ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ ρίχνουμε
στὸ δίσκο τοῦ ἐθίμου;
ἦταν στὸ τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ἦταν μιὰ γενναιόδωρη ἔμπνευση
πτωχῆς ἀδιαφορίας;
Σὲ ρωτῶ
γιατὶ δὲν εἶδα ταμπελίτσα
δὲν εἶδα νὰ αναγράφεται
τὸ μέγεθος καὶ ἡ σύνθεση τῆς θέρμης
οὔτε καὶ εἶδα τυπωμένη
τὴ μάρκα τῶν χειλιῶν σου πουθενά.
Ἀνώνυμο τελείως
λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αισθανθώ.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)
Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.
Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη
έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.
Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο
σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.
Δε μ’ άκουσες.
Κική Δημουλά
Από τη Συλλογή , Ενὸς λεπτού μαζί
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
αύριο, αύριο, αύριο λένε:το Πάσχα του Θεού.
Οδ. Ελύτης
«Εὐχὲς κροτίδες καὶ φιλήματα ἀνταλλάσσουν
οἱ ἅγιες μέρες μεταξύ τους
κι ἐγὼ χτυπῶ τὴν πόρτα σου
ὄχι γιὰ νὰ εἰσέλθω μολονότι
κατάλληλο εἶναι τὸ σῶμα ποὺ φορῶ
μὲ προϋπηρεσία ἔντιμη μακρὰ
ἔξωθεν τοῦ Νυμφῶνος.
Βγὲς ἄφοβα.
Ὄχι ἀνταπόκριση ἀπόκριση ζητῶ
τὸ φίλημα ἐκεῖνο ποὺ ἔριξες
ἀπὸ τὸ ὕψος εὐγενέστατης εὐχῆς
Καλὴ Ἀνάσταση
καὶ σφάχτηκε ὁ λαιμὸς μὲ τὸ γιακὰ μου
ἦταν ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ ρίχνουμε
στὸ δίσκο τοῦ ἐθίμου;
ἦταν στὸ τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ἦταν μιὰ γενναιόδωρη ἔμπνευση
πτωχῆς ἀδιαφορίας;
Σὲ ρωτῶ
γιατὶ δὲν εἶδα ταμπελίτσα
δὲν εἶδα νὰ αναγράφεται
τὸ μέγεθος καὶ ἡ σύνθεση τῆς θέρμης
οὔτε καὶ εἶδα τυπωμένη
τὴ μάρκα τῶν χειλιῶν σου πουθενά.
Ἀνώνυμο τελείως
λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αισθανθώ.»
Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος
“Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν….
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ᾽ εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.
Λυτρώνεται ο άνθρωπος;
Απαντά το λουλούδι: «Θα χαθούμε»
κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.”
ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ, Το Πάσχα των Πιστών, Νέες Δοκιμές, 1954
— Χριστέ μου
του προσευχήθηκε το αρνί
μπροστά στο εικόνισμα
δέομαι Σου
τώρα που έρχεται η ‘Ανάσταση Σου
άσε με όσο μου αναλογεί να τη γιορτάσω
βάλε κι εμένα σφάγιο στο θρίαμβο Σου.
ΒΑΡΒΕΡΗΣ, συλλ. Ζώα στα σύννεφα
Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.
(Ενός λεπτού μαζί, 1998) ΔΗΜΟΥΛΑ
Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ἀστέρι –
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ΄ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ΄ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μές τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα!
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε!
Φιληθῆτε γλυκά, χείλη μὲ χείλη –
πέστε Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι!
Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
λάμπει τὸ ἀσῆμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες –
κάθε πρόσωπο λάμπει ἂπ΄ τ΄ ἁγιοκέρι,
ὁπού κρατοῦνε οἱ χριστιανοὶ στὸ χέρι…
(«Τὰ εὑρισκόμενα ἰππότου Διονυσίου κόμιτος Σολωμού», ἔκδ. Κ. Ρωσσολίμου, Ζάκυνθος 1857)
Σίμωνα Κυρηναίε
δε θέλουμε βοήθεια
μη μας σηκώσεις το σταυρό
ολόκληρο το διεκδικούμε το μαρτύριο
είναι βαρύτερες για μας
οι αγαθές προθέσεις.
Γ. ΒΑΡΒΕΡΗΣ