
Αρρώστησα από μοναξιά μητέρα,
αρρώστησα από το κρύο φως των αστεριών
που εισβάλλει κάθε νύχτα μες στο αίμα μου
κι αρχίζω να πετώ,
πετώ χωρίς ελπίδα
βλέπω τα σπίτια ολοσκότεινα, κλειστά
και τον αγαπημένο να κοιμάται μαγεμένος
βλέπω ζητιάνους στα πάρκα
να φεγγίζουνε
σαν πλάσματα από φώσφορο
ψηλά στα δέντρα τις τρέσες του κακού
και στους νερόλακκους διαμάντια.
Δεν έχω πού να πάω, μητέρα,
το σπίτι, το πηγάδι και τον κήπο
τα σήκωσε ένας στρόβιλος από φωνές
τα πήρε ένας χειμώνας στοιχειωμένος
και τα σκόρπισε
πέρα απ’ τους χάρτες
στους πάγους των δακρύων.
Αρρώστησα από μοναξιά, μητέρα
έβγαλα ράμφος
εκεί που ήταν παλιά η πληγή του στόματος
έβγαλα απαίσια φτερά από μεμβράνη
δηλητηριώδη αγκάθια γύρω από τα δάχτυλα
τρέμω από πυρετό τις νύχτες στο ταβάνι
και πνίγω ό, τι αγαπώ
Κατερίνα Καριζώνη
