Μια μέρα άκουσα φωνές που έρχονταν απ’ έξω.
Επιτέλους, φωνές απ’ έξω, σκέφτηκα, φωνές άλλων
που έχουν το φως μέσα τους και που το λένε,
που έρχονται απ’ τον αέρα, όχι από μένα.
Φωνές που καθώς πλησίαζαν ήταν ψίθυροι.
Βήματα που σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα μου.
Κάποιος είπε: Ενθάδε κείται, λες και το διάβαζε.
Σιώπησαν οι υπόλοιποι.
Μια φωνή με κάλεσε: Λάζαρε, είπε,
έγειρε και ύπαγε.
Την αναγνώρισα, μα έκανα πως δεν την άκουσα.
Θυμήθηκα τον Ιωνά. Στάθηκα ακίνητος.
Σκέφτηκα:
θα προτιμούσα
να μην το κάνω,
ποτέ να μην βγω από ’δω μέσα.
Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο.
Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας,
το πικρό του μέλι, η πλάνη του, η απειλή του.
Εγέρθητι. Δεύρο έξω από μνημείο σου.
Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα.
Κι έπειτα, είχα αγαπήσει
πολύ αυτή τη ζωή του πεθαμένου.
Άφησα να περάσουν τα χρόνια. Τώρα περιμένω
μια φωνή να με καλέσει, να μου πει
τι πρέπει να κάνω, τι επιθυμώ.
Juan Vicente Piqueras | Χουάν Βιθέντε Πικέρας, “Historia de la sed”
“Ιστορία της δίψας”, μετ: Κώστας Βραχνός
Δευτέρα 20 Απριλίου 2020
Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ Ν’ ΑΝΑΣΤΗΘΕΙ
Ετικέτες
Λάζαρος,
πάσχα,
Juan Vicente Piqueras
Κυριακή 19 Απριλίου 2020
Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΖΗΤΑ ΒΟΗΘΕΙΑ
Μιλάω και φωνή δεν έχω. Σωπαίνω κι ακούω
το πώς δε σιμώνει κανείς ίσαμε το μνήμα μου.
Είμαι η
φωτιά που μέσα της φλέγομαι, μισώ τη σιωπή,
και δεν αντέχω άλλο τον τρόπο αυτό
για να μη ζω.
Το σώμα μου είναι μια πυροστιά
που δε λέει να σβήσει.
Η κορμί μου είναι η σκληρή ψυχή μου,
είναι η μνήμη μου
τυλιγμένη στο σουδάριο των σεντονιών
όπου βυθίστηκα, ποτέ
δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος.
Το κορμί μου εδώ απλωμένο είναι ο τόπος
των γεγονότων, ο χάρτης του φόβου μου.
Είναι ένα παιδί τρομαγμένο και κρυμμένο
στο ερμάριο της καρδιάς του
ακούγοντας την αρχαία φωνή της μητέρας του
που το γυρεύει, το φωνάζει,
και έχουν περάσει τα χρόνια κι αυτό συνεχίζει εκεί κρυμμένο,
χωρίς φωνή. Του λείπει ο αέρας.
Κανείς πια δεν το γυρεύει. Κανείς δεν το φωνάζει.
Κανείς δεν περιμένει την πληγή του. Κανείς δεν έρχεται.
Κανείς δεν θυμάται ό,τι έχω λησμονήσει.
Το κορμί μου, ναι. Δε λησμονεί. Δεν κινείται.
Τα μάτια μου χρειάζονται το φως που τους αρνήθηκα.
Επιθυμία μου είναι να επιθυμώ και να αφεθεί
το κορμί μου στο φως των όσων δεν έχει ζήσει,
στη φωνή που θα του πει: Εγέρθητι και αγάπα.
Και να εγερθεί και να αγαπά χωρίς το εγώ να το αντιληφθεί.
το πώς δε σιμώνει κανείς ίσαμε το μνήμα μου.
Είμαι η
φωτιά που μέσα της φλέγομαι, μισώ τη σιωπή,
και δεν αντέχω άλλο τον τρόπο αυτό
για να μη ζω.
Το σώμα μου είναι μια πυροστιά
που δε λέει να σβήσει.
Η κορμί μου είναι η σκληρή ψυχή μου,
είναι η μνήμη μου
τυλιγμένη στο σουδάριο των σεντονιών
όπου βυθίστηκα, ποτέ
δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος.
Το κορμί μου εδώ απλωμένο είναι ο τόπος
των γεγονότων, ο χάρτης του φόβου μου.
Είναι ένα παιδί τρομαγμένο και κρυμμένο
στο ερμάριο της καρδιάς του
ακούγοντας την αρχαία φωνή της μητέρας του
που το γυρεύει, το φωνάζει,
και έχουν περάσει τα χρόνια κι αυτό συνεχίζει εκεί κρυμμένο,
χωρίς φωνή. Του λείπει ο αέρας.
Κανείς πια δεν το γυρεύει. Κανείς δεν το φωνάζει.
Κανείς δεν περιμένει την πληγή του. Κανείς δεν έρχεται.
Κανείς δεν θυμάται ό,τι έχω λησμονήσει.
Το κορμί μου, ναι. Δε λησμονεί. Δεν κινείται.
Τα μάτια μου χρειάζονται το φως που τους αρνήθηκα.
Επιθυμία μου είναι να επιθυμώ και να αφεθεί
το κορμί μου στο φως των όσων δεν έχει ζήσει,
στη φωνή που θα του πει: Εγέρθητι και αγάπα.
Και να εγερθεί και να αγαπά χωρίς το εγώ να το αντιληφθεί.
Juan Vicente Piqueras, Μετ: Νίκος Πρατσίνης
Ετικέτες
Λάζαρος,
πάσχα,
Juan Vicente Piqueras
Σάββατο 18 Απριλίου 2020
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
Για τον ένα, λοιπόν και για τον άλλο,
χρειάστηκε αυτό. Γιατί, σημάδια, βλέπεις,
που να φωνάζουν μόνα τους, χρειαζόνταν.
Μα, ονειρευόταν, οι Μαρίες και οι Μάρθες
θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούν και να εννοήσουν,
ότι μπορούσε. Μα δεν το πίστευαν,
κι όλοι έλεγαν: Τι έρχεσαι, Κύριε, τώρα;
Και, τότε, πήγε, το Απαγορευμένο
να πράξει στην ειρηνεμένη φύση:
Καταγαναχτισμένος. Για τον τάφο, ρώτησε,
με κλειστά, σχεδόν, τα μάτια,
Πονούσε. Πώς κυλούσαν τα δάκρυά του,
τους φάνηκε, και σπρώχνονταν κοντά του
γιομάτοι περιέργεια. Μα ως και ο δρόμος
του ‘ταν πολύς και, εκείνο, του φαινόταν
σαν πείραμα, που με τη φρίκη παίζει, –
και μια αψηλή φωτιά ξέσπασεν, αίφνης,
μέσα του – τέτοια αντίρρηση, για κάθε
μια διάκριση που κάνουν για τη ζωή τους
ή για το θάνατό τους, ώστε, εκείνη
η αντίρρηση, για κάθε ζυγό, εγίνη
μόνο έχθρα, τη στιγμή, που, βραχνιασμένα,
τους πρόσταζε: Κυλήστε την πέτρα!
Πώς θα βρόμαγε πια (γιατί, η τετάρτη
μέρα ήταν) μια φωνή ‘πε, – όμως εκείνος,
παιδεμένος στεκόταν, κι ήταν, όλος,
γιομάτος απ’ την κίνησην εκείνη,
που μέσα του υψωνόταν, και βαρύ,
πολύ βαρύ, του ανύψωνε το χέρι –
(ποτέ πιο αργά ένα χέρι δεν υψώθη
κι ούτε θα υψωθεί πια, απ’ το χέρι εκείνο),
ώσπου λάμποντας, στάθηκε στον αέρα
και, πάνω, κει, σύρθηκεν ως τα νύχια:
τώρα, τον πήρε η φρίκη, τι, θα θέλαν
όλοι οι νεκροί, από τον απομυζημένο
τάφο, να ρθούνε πίσω, ξεπετώντας
σάμπως νύμφες εντόμων, απ’ το στρώμα
της οριζόντιας θέσης τους – μα Κάτι
μόνο, ύστερα, λοξά στη μέρα, εστάθη,
κ’ είδαν, πως η ακαθόριστη κι αβέβαιη ζωή,
στην αγορά το πήρε πάλι.
χρειάστηκε αυτό. Γιατί, σημάδια, βλέπεις,
που να φωνάζουν μόνα τους, χρειαζόνταν.
Μα, ονειρευόταν, οι Μαρίες και οι Μάρθες
θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούν και να εννοήσουν,
ότι μπορούσε. Μα δεν το πίστευαν,
κι όλοι έλεγαν: Τι έρχεσαι, Κύριε, τώρα;
Και, τότε, πήγε, το Απαγορευμένο
να πράξει στην ειρηνεμένη φύση:
Καταγαναχτισμένος. Για τον τάφο, ρώτησε,
με κλειστά, σχεδόν, τα μάτια,
Πονούσε. Πώς κυλούσαν τα δάκρυά του,
τους φάνηκε, και σπρώχνονταν κοντά του
γιομάτοι περιέργεια. Μα ως και ο δρόμος
του ‘ταν πολύς και, εκείνο, του φαινόταν
σαν πείραμα, που με τη φρίκη παίζει, –
και μια αψηλή φωτιά ξέσπασεν, αίφνης,
μέσα του – τέτοια αντίρρηση, για κάθε
μια διάκριση που κάνουν για τη ζωή τους
ή για το θάνατό τους, ώστε, εκείνη
η αντίρρηση, για κάθε ζυγό, εγίνη
μόνο έχθρα, τη στιγμή, που, βραχνιασμένα,
τους πρόσταζε: Κυλήστε την πέτρα!
Πώς θα βρόμαγε πια (γιατί, η τετάρτη
μέρα ήταν) μια φωνή ‘πε, – όμως εκείνος,
παιδεμένος στεκόταν, κι ήταν, όλος,
γιομάτος απ’ την κίνησην εκείνη,
που μέσα του υψωνόταν, και βαρύ,
πολύ βαρύ, του ανύψωνε το χέρι –
(ποτέ πιο αργά ένα χέρι δεν υψώθη
κι ούτε θα υψωθεί πια, απ’ το χέρι εκείνο),
ώσπου λάμποντας, στάθηκε στον αέρα
και, πάνω, κει, σύρθηκεν ως τα νύχια:
τώρα, τον πήρε η φρίκη, τι, θα θέλαν
όλοι οι νεκροί, από τον απομυζημένο
τάφο, να ρθούνε πίσω, ξεπετώντας
σάμπως νύμφες εντόμων, απ’ το στρώμα
της οριζόντιας θέσης τους – μα Κάτι
μόνο, ύστερα, λοξά στη μέρα, εστάθη,
κ’ είδαν, πως η ακαθόριστη κι αβέβαιη ζωή,
στην αγορά το πήρε πάλι.
Ράινερ Μαρία Ρίλκε,
Ποιήματα, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, μτφ. Άρης Δικταίος
Ετικέτες
Λάζαρος,
πάσχα,
Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Παρασκευή 17 Απριλίου 2020
O ANAΣΤΗΜΕΝΟΣ ΛΑΖΑΡΟΣ ΔΙΑΛΟΓΙΖΕΤΑΙ
Ακούστηκε πως αναστήθηκα,
πως γύρισα πάλι στη ζωή
και είμαι ζωντανός
όσο και πρώτα.
Μπορεί να είναι κι έτσι.
Όμως,
ας μη γελιόμαστε.
Όσο και να αναστηθείς,
η παγωνιά του πεθαμένου
μένει.
πως γύρισα πάλι στη ζωή
και είμαι ζωντανός
όσο και πρώτα.
Μπορεί να είναι κι έτσι.
Όμως,
ας μη γελιόμαστε.
Όσο και να αναστηθείς,
η παγωνιά του πεθαμένου
μένει.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ
Ετικέτες
Λάζαρος,
πάσχα,
Χριστος Λάσκαρης
Πέμπτη 16 Απριλίου 2020
Ο ΛΑΖΑΡΟΣ
Ο Λάζαρος όταν αναστήθηκε
τρομαγμένος αναρωτιόταν
«τώρα τι κάνουμε;
Με σβησμένη μνήμη
είναι αδύνατο να συνεχίσω».
Έπρεπε όμως να ζήσει
και πήρε τη γενναία απόφαση
να ξεκινήσει απ’ την αρχή!
Έτσι κάθιδρος έμαθε
πάλι να συλλαβίζει
τις χαρές και τις λύπες
μ’ έναν τρόπο που του θύμιζε
κάτι από τα παλιά.
Μέχρι που κάποια στιγμή
παντελώς λησμόνησε
την ανάστασή του.
τρομαγμένος αναρωτιόταν
«τώρα τι κάνουμε;
Με σβησμένη μνήμη
είναι αδύνατο να συνεχίσω».
Έπρεπε όμως να ζήσει
και πήρε τη γενναία απόφαση
να ξεκινήσει απ’ την αρχή!
Έτσι κάθιδρος έμαθε
πάλι να συλλαβίζει
τις χαρές και τις λύπες
μ’ έναν τρόπο που του θύμιζε
κάτι από τα παλιά.
Μέχρι που κάποια στιγμή
παντελώς λησμόνησε
την ανάστασή του.
NIKOΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ
Ετικέτες
Λάζαρος,
πάσχα,
NIKOΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ
Τετάρτη 15 Απριλίου 2020
ΛΑΖΑΡΟΙ
Tου Λαζάρου γιορτάζουν οι ξεγραμμένοι.
Τους έχεις κάνει τα μνημόσυνα, έβγαλες και
το φραπεδάκι της παρηγοριάς,
μην τους είδατε μην τους απαντήσατε,
είπες.
Κι έρχεται το Σάββατο και σου την φέρνουν.
Κλαπ κλαπ το ξεφορτώνονται το σάβανο και σου
χτυπάνε το κουδούνι πρωινιάτικα.
Οι νεκραναστημένοι.
Αυτοί που δεν υπολόγιζες.
Αυτοί που πίνεις απ΄ το ποτήρι τους και τρως απ’ το πιάτο τους.
Άντε τώρα να κρύψεις τον καινούριο στην ντουλάπα.
Τους έχεις κάνει τα μνημόσυνα, έβγαλες και
το φραπεδάκι της παρηγοριάς,
μην τους είδατε μην τους απαντήσατε,
είπες.
Κι έρχεται το Σάββατο και σου την φέρνουν.
Κλαπ κλαπ το ξεφορτώνονται το σάβανο και σου
χτυπάνε το κουδούνι πρωινιάτικα.
Οι νεκραναστημένοι.
Αυτοί που δεν υπολόγιζες.
Αυτοί που πίνεις απ΄ το ποτήρι τους και τρως απ’ το πιάτο τους.
Άντε τώρα να κρύψεις τον καινούριο στην ντουλάπα.
Άντε τώρα να εξηγείς πως βρέθηκες με το κοστούμι
το Παρασκευόπουλος του μακαρίτη έτοιμος για ραντεβουδάκι.
Δεν είναι να το πάρεις απόφαση μαζί τους.
Οι Λάζαροι έχουν τον απέθαντο.
Την ξετυλίγουν την γάζα στο πι και φι.
Κάθονται στο κουζινάκι και σ’ απολαμβάνουν έντρομο
να σου πέφτουν τα ποτήρια απ’το ξαφνικό.
Έχουν κολλητιλίκια με τα υπερπέραντα οι Λάζαροι
και θα τους ξαναδιορίσει ο Αρχηγός.
Μη βιάζεσαι να τους πεθάνεις.
το Παρασκευόπουλος του μακαρίτη έτοιμος για ραντεβουδάκι.
Δεν είναι να το πάρεις απόφαση μαζί τους.
Οι Λάζαροι έχουν τον απέθαντο.
Την ξετυλίγουν την γάζα στο πι και φι.
Κάθονται στο κουζινάκι και σ’ απολαμβάνουν έντρομο
να σου πέφτουν τα ποτήρια απ’το ξαφνικό.
Έχουν κολλητιλίκια με τα υπερπέραντα οι Λάζαροι
και θα τους ξαναδιορίσει ο Αρχηγός.
Μη βιάζεσαι να τους πεθάνεις.
Γλυκερία Μπασδέκη
Ετικέτες
Γλυκερία Μπασδέκη,
Λάζαρος,
πάσχα
Τρίτη 14 Απριλίου 2020
ΑΣΕ ΜΑΣ ΡΕ ΠΙΛΑΤΑΚΟ...
Ο Πόντιος Πιλάτος ήταν, να πούμε, σαν τους νομάρχες στις επιτροπές ασφαλείας που μας στέλνανε εξορία, απλώς γιατί δεν κάναμε ό,τι θέλαν αυτοί. Όταν λοιπόν πιάσανε το Χριστό και του τον πήγανε -πάντα οι κουφάλες την ίδια τακτική, να σε σπάσουνε, να τους πεις τι ωραίοι που είστε και τι καλά που τα κάνετε και ότι εγώ είμαι μαλάκας που θέλω να είμαι εγώ, κατάλαβες; Τα ίδια με την καθοδήγα μας.
Τέλος, που λες, πάνε το Χριστό στον Πιλάτο, βασανισμένο και ταλαιπωρημένο από τους μπάτσους της εποχής, και του λέει η κουφάλα ο Πιλάτος: Έλα, ρε παιδάκι μου, τι θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις, μια χαρά παιδί είσαι, νέος, ωραίος, έχεις μια τέχνη, σ’ αγαπάνε οι γυναίκες, μπορείς να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά και να πεθάνεις σε βαθιά γεράματα. Δε λυπάσαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; κάνε μια δήλωση, βάλε μια υπογραφή να λες ότι είσαι μαλάκας, και να γυρίσεις σπιτάκι σου ωραία κι όμορφα. Δε λυπάσαι, ρε, τη μάνα σου που σπαράζει από το κλάμα; Καλά, δεν έχεις αισθήματα μέσα σου εσύ; Τι σόι άνθρωπος είσαι δηλαδή; Εμείς τι είμαστε; Εσύ βρέθηκες να φκιάξεις τον κόσμο; και τα τέτοια που λένε όλες οι κουφάλες της εξουσίας.
Και ο Χριστός τον κοίταγε με κείνα τα πανέμορφα, γεμάτα γλύκα και θανατερή κατανόηση μάτια του, σα να του ‘λεγε: Άσε μας, ρε Πιλατάκο, διότι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι… Ο Πιλάτος το ‘πιασε βέβαια, αλλά βολεμένος μέσα στην ιεραρχία, στα δαχτυλίδα του, τ’ αρώματά του και τα σκατά του είπε: Εγώ πάντως είπα και ελάλησα, αμαρτίαν ουκ έχω και νίπτω τας χείρας μου.
Όλες οι ασφάλειες όλου του κόσμου, καπιταλιστικές, σοσιαλιστικές και ουδετέρων, αυτή την κουφάλα αντέγραψαν…
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ “ΧΑΜΟΓΕΛΑ, ΡΕ… ΤΙ ΣΟΥ ΖΗΤΑΝΕ;” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Τέλος, που λες, πάνε το Χριστό στον Πιλάτο, βασανισμένο και ταλαιπωρημένο από τους μπάτσους της εποχής, και του λέει η κουφάλα ο Πιλάτος: Έλα, ρε παιδάκι μου, τι θέλεις τώρα και τα σκαλίζεις, μια χαρά παιδί είσαι, νέος, ωραίος, έχεις μια τέχνη, σ’ αγαπάνε οι γυναίκες, μπορείς να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά και να πεθάνεις σε βαθιά γεράματα. Δε λυπάσαι τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; κάνε μια δήλωση, βάλε μια υπογραφή να λες ότι είσαι μαλάκας, και να γυρίσεις σπιτάκι σου ωραία κι όμορφα. Δε λυπάσαι, ρε, τη μάνα σου που σπαράζει από το κλάμα; Καλά, δεν έχεις αισθήματα μέσα σου εσύ; Τι σόι άνθρωπος είσαι δηλαδή; Εμείς τι είμαστε; Εσύ βρέθηκες να φκιάξεις τον κόσμο; και τα τέτοια που λένε όλες οι κουφάλες της εξουσίας.
Και ο Χριστός τον κοίταγε με κείνα τα πανέμορφα, γεμάτα γλύκα και θανατερή κατανόηση μάτια του, σα να του ‘λεγε: Άσε μας, ρε Πιλατάκο, διότι μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι… Ο Πιλάτος το ‘πιασε βέβαια, αλλά βολεμένος μέσα στην ιεραρχία, στα δαχτυλίδα του, τ’ αρώματά του και τα σκατά του είπε: Εγώ πάντως είπα και ελάλησα, αμαρτίαν ουκ έχω και νίπτω τας χείρας μου.
Όλες οι ασφάλειες όλου του κόσμου, καπιταλιστικές, σοσιαλιστικές και ουδετέρων, αυτή την κουφάλα αντέγραψαν…
ΧΡΟΝΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ “ΧΑΜΟΓΕΛΑ, ΡΕ… ΤΙ ΣΟΥ ΖΗΤΑΝΕ;” Εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Ετικέτες
πάσχα,
ΧΡ. ΜΙΣΣΙΟΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)