Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε που ξέραμε καθόλου
Τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τους μουσικούς·
Πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
Εχοντας στους ώμους τους
Τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
Κάπνισε το τσιγάρο σου
Μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία
Μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα. Νύχτωσε.
Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2021
ΡΙΤΣΟΣ
Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2021
ΙΣΩΣ ΝΑ 'ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ
ΟΣΟ ΠΕΡΝΑΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΤΟΣΟ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΓΝΩΣΤΟΙ ΜΑΣ απομακρύνονται ο ένας απ' τον άλλον. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο κοινωνικοί και λιγότερο ανθρώπινοι. Χάνουν τις ιδιομορφίες τους, τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους -σχεδόν ισοπεδώνονται. Οι φιλίες μαραίνονται. ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΕΙΝΑΙ ΠΩΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΑ, ΣΤΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥΣ, οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο (ακόμη και στα κοστούμια τους και στη χτενισιά τους), σαν να καταργηθήκανε οι διαφορές τους, κι όμως τώρα ακριβώς νιώθεις πως οι διαφορές τους αυξήθηκαν, κι όλοι τους χωρισμένοι με διαδοχικά κάθετα στρώματα τυπικότητας κι ευγενικής ψυχρότητας. ΟΠΩΣ ΑΛΛΩΣΤΕ ΚΑΙ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ. Οι όμορφες εκείνες μονοκατοικίες με τις γύψινες γιρλάντες, με τους καπνοδόχους, τ’ ανθέμια, τους κήπους, τα πηγάδια, καθεμιά τους με το δικό της γούστο, τη δική της φυσιογνωμία, απορία ή και αδεξιότητα, δόθηκαν με αντιπαροχή κι υψώθηκαν τα πολυώροφα, μονότονα, απρόσωπα, τσιμεντένια κουτιά, κρύβοντας τον Παρθενώνα, τον Αϊ-Γιώργη του Λυκαβηττού, σφαγιάζοντας τα δεντράκια μας, πιπεριές, μουριές, γαζίες, τις παιδικές μας αναμνήσεις, τους χαρταϊτούς, τα σκοινιά της μπουγάδας, τ’ αστέρια, τις ξυπόλητες ποδοσφαιρικές ομάδες, τις βραδινές κουβεντούλες από παράθυρο σε παράθυρο, από αυλή σε αυλή με τις μυρωδιές του βασιλικού και του δυόσμου, με τον μητρικό νουθετικό ουρανό, με το φεγγαράκι μια φέτα δροσερό… Ω, ΠΑΝΕ, ΠΑΝΕ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΑΝΟΔΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά, δοξάζοντας κάτι άγνωστο και οικείο, λευκό και σφαιρικό κι αδιαμφισβήτητο, κι ούτε χρειάζονταν καν ξυπνητήρια ή ρολόγια, γιατί, απ’ τη μια τ’ αστέρια, απ’ την άλλη τα κοκόρια, είχαν αναλάβει τη χρονική και μετεωρολογική μας ενημέρωση, με ακρίβεια και με κάποια εύθυμη πονηρία, κάπως διφορούμενη. ΚΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΡΙΜΩΧΤΗΚΑΝΕ ΦΑΜΙΛΙΕΣ ΚΑΙ ΦΑΜΙΛΙΕΣ μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων, και μονάχα οι ολόσωμοι καθρέφτες των ασανσέρ κάτι κρατούν από μνήμες ερωτικών δωματίων… ΚΙ ΟΧΙ ΝΑ ΠΕΙΣ ΠΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ -λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια-, μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) -άνθρωποι επαρκώς ενημερωμένοι, πολύ παρόντες (εδώ και σήμερα), κι εντελώς απόντες απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους… Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιάννη Ρίτσου, Ίσως Να ’Ναι κι Έτσι, εκδ. Κέδρος
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2021
Καθαρή διάφανη μέρα.
Καθαρή διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί
με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά.
Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά,
κάτω από το παράθυρο.
Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν
την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις
τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.
ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ
Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2021
ΠΑΡΑΝΟΗΣΗ
Χρειάστηκαν 33 χρόνια κι ένας Γολγοθάς,
για να καταλάβω ότι δεν είμαι ο Ιησούς.
Ο σταυρός είμαι.
Εξ ου και δεν συμμετέχω στην Ανάσταση.
AΓΓΕΛΑ ΓΑΒΡΙΛΗ
Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2021
Κυριακή των Βαΐων
«όχλος πολύς…έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ»
ένα φεγγάρι χλωμό, σχεδόν χολερικό
πάνω απ' την πόλη φέρνει τις βόλτες του
είναι πανσέληνος, δηλώνει στην ταυτότητα
αλλά δεν μας ξεγελά, προδομένη γυναίκα είναι
που στη νύχτα σέρνει τις αμαρτίες κάποιου παλιού εραστή
υψώνεται πάνω απ' τα ερειπωμένα νεοκλασικά της Νεάρχου
φωτίζει τα βάθη της θάλασσας στο Κουμ Καπί
στο θολωμένο μας μυαλό δίνει ελπίδα
κι ύστερα τρέχει να κρυφτεί πίσω απ' τις γκρίζες πολυκατοικίες
της μίζερης επαρχίας, ξημερώνει
πίσω στο σπίτι θα βάλει ένα ποτό, θα φτιάξει ένα γλυκό
με τη γάτα της θα χωθεί στα σεντόνια, κρυώνει
ανοίγει τα παλιά βιβλία της, βάζει μουσική
Κυριακή των Βαΐων σήμερα αλλά τίποτα δεν έχει αλλάξει
όπως πάντα, τον Ιησού θα υποδεχτούν στα Ιεροσόλυμα
οι άρχοντες και ο λαός, σαν βασιλιά και σαν σωτήρα
για να σταυρώσουν αύριο σαν αλήτη και ληστή
βλέπεις, οι Ιούδες είχαν πάντα πέραση
το φιλί τους, καυτό, υπέροχο και ηδονικό
καθυστερεί την Ανάσταση
τόσο, όσο χρειάζεται για να μας ξαναπροδώσουν.
Ειρηναίος Μαράκης
Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2021
«Ἡ ἐπωνυμία τοῦ πένθους»
Τίποτα δὲν ἀγγίζει τὶς ἀπριλιάτικες βιολέτες,
τίποτα: μονάχα ὁ ἀκάνθινος Ἰησοῦς.
Ν.Καρούζος. «Ἡ ἐπωνυμία τοῦ πένθους»
Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021
ΥΠΕΡΕΧΩ
Γεννιέσαι καὶ μπαίνεις μέσ’ στὸ αἴνιγμα
πεθαίνεις καὶ τ’ ἀφήνεις ἀνέπαφο.
Τί ἄλλο νὰ προσθέσω πιὰ στὴ δύναμη τοῦ ἔαρος;
Πλήρης ἀπὸ ἔλλειψη νοήματος
ὑπερέχω.
ΚΑΡΟΥΖΟΣ
«Διαλεκτικὴ τοῦ ἔαρος»
Χριστὸς ἡ ὀρθὴ γωνία· Χριστὸς τὸ πυθαγόρειο
θεώρημα
Χριστὸς ὁ ἀπειροστικὸς λογισμός ἄνωθεν ὄλβια
Χριστὸς τὰ Σύνολα.
Χριστὸς ἡ ψηφιδογραφία στὰ μαζικὰ σωμάτια
Χριστὸς ἡ μάζα μηδέν.
«Διαλεκτικὴ τοῦ ἔαρος»ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021
ΜΕ ΤΙ ΒΙΑΣΥΝΗ
Μὲ τί βιασύνη προχωρεῖ ὁ Ἰησοῦς
ἐφέτος
πρὸς τὴν Ἀνάσταση…
Παραμερίζει πανέρια τεράστια
γιομάτα βιολέτες
σπρώχνει τοὺς ἀέναους
παπάδες
τινάζει νευρικὰ πρὸς τὰ πίσω
τὴ μαλλούρα του
τὸ γεγονὸς εἶν’ ὁλοφάνερο:
βαρέθηκε
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ
Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2021
«Μεγάλο Σάββατο»
«Εὐχὲς κροτίδες καὶ φιλήματα ἀνταλλάσσουν
οἱ ἅγιες μέρες μεταξύ τους
κι ἐγὼ χτυπῶ τὴν πόρτα σου
ὄχι γιὰ νὰ εἰσέλθω μολονότι
κατάλληλο εἶναι τὸ σῶμα ποὺ φορῶ
μὲ προϋπηρεσία ἔντιμη μακρὰ
ἔξωθεν τοῦ Νυμφῶνος.
Βγὲς ἄφοβα.
Ὄχι ἀνταπόκριση ἀπόκριση ζητῶ
τὸ φίλημα ἐκεῖνο ποὺ ἔριξες
ἀπὸ τὸ ὕψος εὐγενέστατης εὐχῆς
Καλὴ Ἀνάσταση
καὶ σφάχτηκε ὁ λαιμὸς μὲ τὸ γιακὰ μου
ἦταν ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ ρίχνουμε
στὸ δίσκο τοῦ ἐθίμου;
ἦταν στὸ τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ἦταν μιὰ γενναιόδωρη ἔμπνευση
πτωχῆς ἀδιαφορίας;
Σὲ ρωτῶ
γιατὶ δὲν εἶδα ταμπελίτσα
δὲν εἶδα νὰ αναγράφεται
τὸ μέγεθος καὶ ἡ σύνθεση τῆς θέρμης
οὔτε καὶ εἶδα τυπωμένη
τὴ μάρκα τῶν χειλιῶν σου πουθενά.
Ἀνώνυμο τελείως
λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αισθανθώ.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)
Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021
Ζεστή πανσέληνος
Να τη φοβάστε την πανσέληνο.
Να μαζεύεστε στα σπίτια σας νωρίς
και ν’ ασφαλίζετε καλά την εξώπορτα.
Να προσεύχεστε
και να κοιμάστε με το βαφτιστικό σας σταυρουδάκι
κρεμασμένο στο στήθος.
Γιατί έξω
κάθε πανσέληνο
κυκλοφορούν οι ποιητές
ίδιοι λυκάνθρωποι.
Κατασπαράζοντας τα ήθη
των αθώων,
διψώντας για το αίμα
των ανύποπτων,
καλώντας με ουρλιαχτά
το Αρχαίο Νερό
που θα’ ρθει κάποτε και θα σας κατακλύσει.
Να φοβάστε την πανσέληνο.
Στις γωνιές παραμονεύουν
τα επικίνδυνα όνειρα.
Σταύρος Ζαφειρίου
Από τη συλλογή Ζεστή Πανσέληνος, 1988
Παρασκευή 25 Ιουνίου 2021
Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες
Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.
Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη
έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.
Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο
σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.
Δε μ’ άκουσες.
Κική Δημουλά
Από τη Συλλογή , Ενὸς λεπτού μαζί
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021
Εἰκόνα
Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ῥεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ,Πέντε Ποιήματα μέσ᾿ τὸ Σκοτάδι.
Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021
ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
αύριο, αύριο, αύριο λένε:το Πάσχα του Θεού.
Οδ. Ελύτης
Τρίτη 22 Ιουνίου 2021
«Μεγάλο Σάββατο»
«Εὐχὲς κροτίδες καὶ φιλήματα ἀνταλλάσσουν
οἱ ἅγιες μέρες μεταξύ τους
κι ἐγὼ χτυπῶ τὴν πόρτα σου
ὄχι γιὰ νὰ εἰσέλθω μολονότι
κατάλληλο εἶναι τὸ σῶμα ποὺ φορῶ
μὲ προϋπηρεσία ἔντιμη μακρὰ
ἔξωθεν τοῦ Νυμφῶνος.
Βγὲς ἄφοβα.
Ὄχι ἀνταπόκριση ἀπόκριση ζητῶ
τὸ φίλημα ἐκεῖνο ποὺ ἔριξες
ἀπὸ τὸ ὕψος εὐγενέστατης εὐχῆς
Καλὴ Ἀνάσταση
καὶ σφάχτηκε ὁ λαιμὸς μὲ τὸ γιακὰ μου
ἦταν ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ ρίχνουμε
στὸ δίσκο τοῦ ἐθίμου;
ἦταν στὸ τίμιο ξύλο μου αγκίδα
περιγελαστική;
ἦταν μιὰ γενναιόδωρη ἔμπνευση
πτωχῆς ἀδιαφορίας;
Σὲ ρωτῶ
γιατὶ δὲν εἶδα ταμπελίτσα
δὲν εἶδα νὰ αναγράφεται
τὸ μέγεθος καὶ ἡ σύνθεση τῆς θέρμης
οὔτε καὶ εἶδα τυπωμένη
τὴ μάρκα τῶν χειλιῶν σου πουθενά.
Ἀνώνυμο τελείως
λαθραῖο δηλαδὴ τὸ πῶς νὰ αισθανθώ.»
Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος
Δευτέρα 21 Ιουνίου 2021
«Το Πάσχα των Πιστών»
“Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.
Άστρα και χώμα σε βαστάζουν….
Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις,
ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική
και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν,
άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.
Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.
Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,
αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.
Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου,
της αιωνιότητας ο κάματος,
έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις,
είναι πολύ σ᾽ εμένα το μερίδιο της ανομίας.
Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:
Πού έκρυψαν τον ήλιο;
Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:
Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.
Λυτρώνεται ο άνθρωπος;
Απαντά το λουλούδι: «Θα χαθούμε»
κι η θάλασσα με αχ αναταράζεται.”
ΝΙΚΟΣ Κ Α Ρ Ο Υ Ζ Ο Σ, Το Πάσχα των Πιστών, Νέες Δοκιμές, 1954
Κυριακή 20 Ιουνίου 2021
Ζώα στα σύννεφα
— Χριστέ μου
του προσευχήθηκε το αρνί
μπροστά στο εικόνισμα
δέομαι Σου
τώρα που έρχεται η ‘Ανάσταση Σου
άσε με όσο μου αναλογεί να τη γιορτάσω
βάλε κι εμένα σφάγιο στο θρίαμβο Σου.
ΒΑΡΒΕΡΗΣ, συλλ. Ζώα στα σύννεφα
Σάββατο 19 Ιουνίου 2021
Πάσχα στο φούρνο
Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.
(Ενός λεπτού μαζί, 1998) ΔΗΜΟΥΛΑ
Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021
ΑΡΓΑ, ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
«Νύχτωσε»:
Κι η αποψινή γιορτή αναβλήθηκε.
Κι ούτε πού ξέραμε καθόλου
τι θα πενθούσαν, τι θα γιόρταζαν.
Μεμιάς ανάψανε τα φώτα κι έσβησαν.
Απ’ το παράθυρο είδαμε τούς μουσικούς·
πέρασαν άφωνοι τη λεωφόρο
έχοντας στους ώμους τους
τεράστια χάλκινα όργανα.
Μείνε, λοιπόν, εδώ,
κάπνισε το τσιγάρο σου
μέσα σ’ αυτή τη μεγάλη ησυχία,
μέσα σ’ αυτό το θαύμα-τίποτα.
Κωφάλαλα τ’ αγάλματα.
Κωφάλαλα και τα ποιήματα.
Νύχτωσε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (Aπό τη συλλογή «Τα αρνητικά της σιωπής»)
Κυριακή 4 Απριλίου 2021
Ἡ ἡμέρα τῆς Λαμπρῆς
Καθαρώτατον ἥλιο ἐπρομηνοῦσε
τῆς αὐγῆς τὸ δροσάτο ἀστέρι –
σύγνεφο, καταχνιά, δὲν ἀπερνοῦσε
τ΄ οὐρανοῦ σὲ κανένα ἀπὸ τὰ μέρη·
καὶ ἀπὸ κεῖ κινημένο ἀργοφυσοῦσε
τόσο γλυκὸ στὸ πρόσωπο τ΄ ἀέρι,
ποὺ λὲς καὶ λέει μές τῆς καρδιᾶς τὰ φύλλα:
Γλυκειὰ ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα!
Χριστὸς ἀνέστη! Νέοι, γέροι καὶ κόρες,
ὅλοι, μικροὶ – μεγάλοι, ἑτοιμαστῆτε·
μέσα στὲς ἐκκλησίες τὲς δαφνοφόρες
μὲ τὸ φῶς τῆς χαρᾶς συμμαζωχτῆτε·
ἀνοίξετε ἀγκαλιὲς εἰρηνοφόρες
ὀμπροστὰ στοὺς ἁγίους, καὶ φιληθῆτε!
Φιληθῆτε γλυκά, χείλη μὲ χείλη –
πέστε Χριστὸς ἀνέστη, ἐχθροὶ καὶ φίλοι!
Δάφνες εἰς κάθε πλάκα ἔχουν οἱ τάφοι,
καὶ βρέφη ὡραῖα στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μανάδες·
γλυκόφωνα, κοιτώντας τὲς ζωγραφι-
σμένες εἰκόνες, ψάλλουνε οἱ ψαλτάδες·
λάμπει τὸ ἀσῆμι, λάμπει τὸ χρυσάφι
ἀπὸ τὸ φῶς ποὺ χύνουνε οἱ λαμπάδες –
κάθε πρόσωπο λάμπει ἂπ΄ τ΄ ἁγιοκέρι,
ὁπού κρατοῦνε οἱ χριστιανοὶ στὸ χέρι…
(«Τὰ εὑρισκόμενα ἰππότου Διονυσίου κόμιτος Σολωμού», ἔκδ. Κ. Ρωσσολίμου, Ζάκυνθος 1857)
Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021
ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ
Βρε παιδιά προσέξτε με
κόβω κι απ' τις δυο μεριές
το πρωί που δε μιλιέμαι
βρίζω Παναγιές
ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ
Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ
...και το βράδυ "τι ώρα είναι;" ρωτάς, "οχτώ" σου απαντάνε,
με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε...
ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
Άκαρδος κόσμος
«Σκληρός, άκαρδος κόσμος, που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται».
Τ.ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
πρωτόπλαστοι
Γνωρίζουμε τον έρωτα μόνο στην απόσταση της αποτυχίας .
Πριν την αποτυχία δεν υπάρχει γνώση
η γνώση έρχεται πάντα μετά τη βρώση του καρπού.
Σε κάθε έρωτα ξαναζεί η εμπειρία της γεύσης του παραδείσου
και της απώλειας του παραδείσου.
Σπουδάζουμε τον έρωτα μόνον εξόριστοι
από την πληρότητα της ζωής που αυτός χαρίζει.
Στην εμπειρία του έρωτα είμαστε όλοι πρωτόπλαστοι.
ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ, Ανένταχτα
Ιωσήφ
γιατί
Σίμων ο Κυρηναίος
Σίμωνα Κυρηναίε
δε θέλουμε βοήθεια
μη μας σηκώσεις το σταυρό
ολόκληρο το διεκδικούμε το μαρτύριο
είναι βαρύτερες για μας
οι αγαθές προθέσεις.
Γ. ΒΑΡΒΕΡΗΣ
Αγάπη είπες;
Αγάπη είπες;
Ο καθένας την πελεκάει όπως θέλει.
Άλλος με πέτρα.
Άλλος με χιόνι.
Η πιο σωστή να ξέρεις, είναι από χιόνι.
Κρατάει όσο κι η αληθινή.
Μενέλαος Λουντέμης
Το χιόνι
Από τη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση (χειρόγραφα - 1994)
Κάποτε μες στο σπίτι μου χιονίζει
Κάποτε μες στο σπίτι μου
χιονίζει
γίνεται τότε η κάμαρα
λευκό τοπίο
σηκώνονται απ’ το χώμα παγωμένοι
και με πλησιάζουν
οι νεκροί μου φίλοι
Τα ραγισμένα χέρια τους απλώνουν
ζητούν
τη θαλπωρή του σώματός μου
Δεν έχω σώμα πια δεν έχω
φλόγα
τίποτα δεν μπορώ να σας προσφέρω
μόνο να μοιραστώ την παγωνιά σας
στερνός κι εγώ στην αλυσίδα κρίκος
διασχίζοντας αυτή την άγρια στέππα
προς το βαθύ κι ανεξιχνίαστο μέλλον
ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΧΙΟΝΙ
Καινούργιο χιόνι πέφτει
Επάνω στο παλιό
Κι άλλες νιφάδες βιάζονται να γίνουν λάσπη
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021
ΙΘΑΚΗ
Δὲν ξέρω ἂν ἔφυγα ἀπὸ συνέπεια
ἢ ἀπὸ ἀνάγκη νὰ ξεφύγω τὸν ἑαυτό μου,
τὴ στενὴ καὶ μικρόχαρη Ἰθάκη
μὲ τὰ χριστιανικά της σωματεῖα
καὶ τὴν ἀσφυχτική της ἠθική.
Πάντως, δὲν ἦταν λύση, ἦταν ἡμίμετρο.
Κι ἀπὸ τότε κυλιέμαι ἀπὸ δρόμο σὲ δρόμο
ἀποχτώντας πληγὲς κι ἐμπειρίες.
Οἱ φίλοι ποὺ ἀγάπησα ἔχουνε πιὰ χαθεῖ
κι ἔμεινα μόνος τρέμοντας μήπως μὲ δεῖ κανένας
ποὺ κάποτε τοῦ μίλησα γιὰ ἰδανικά…
Τώρα ἐπιστρέφω μὲ μίαν ὕποπτη προσπάθεια
νὰ φανῶ ἄψογος, ἀκέραιος, ἐπιστρέφω
κι εἶμαι, Θεέ μου, σὰν τὸν ἄσωτο ποὺ ἀφήνει
τὴν ἀλητεία, πικραμένος, καὶ γυρνάει
στὸν πατέρα τὸν καλόκαρδο, νὰ ζήσει
στοὺς κόλπους του μίαν ἀσωτία ἰδιωτική.
Τὸν Ποσειδῶνα μέσα μου τὸν φέρνω,
ποὺ μὲ κρατάει πάντα μακριά.
Μὰ κι ἂν ἀκόμα δυνηθῶ νὰ προσεγγίσω,
τάχα ἡ Ἰθάκη θὰ μοῦ βρεῖ τὴ λύση;
ΝΤ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.
Μιχάλης Γκανάς
Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2021
ΥΠΑΡΞΙΑΚΕΣ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ
Τι ωραίος που ήταν ο έρωτας!
Πολιορκούσε χωρίς ενοχές
πολεμούσε χωρίς αιχμές, χωρίς φιλοδοξίες.
Λιοπύρι τα μεσάνυχτα
καλοκαιριά στον πάγο
έρωτας, το αντίθετο του αληθινού
έδινε στο πραγματικό ουσία.
Ήταν ωραία η ευωδιά του ιδρώτα
σοφά τα συμπεράσματα της σάρκας τότε
της σάρκας, της πιο παραμελημένης θεάς.
Τη ζωή μου βλέπω τώρα
σαν ένα ντοκιμαντέρ
που δείχνει σπάνια της φύσης πουλιά
ξεχασμένες του κόσμου ακτές
απλησίαστες κορφές.
Τις κινήσεις της ψυχής μου
παρακολουθώ στην οθόνη.
Ποια μέθοδο ακολουθεί άραγε η ψυχή
για να επιζήσει για λίγο ακόμη χωρίς μέλλον;
Το ψέμα; Την αλήθεια;
Ή αφήνεται στη φυσικότητα του είναι;
Ποιανού «είναι»;
Πώς μπορεί να υπάρξει «είναι» χωρίς μέλλον;
Όταν πια μόνο μια κάποια ιδέα οδηγεί στο σώμα
μόνο τ' όνειρο φέρνει το πάθος;
Όσο για τον έρωτα τον τελευταίο
είναι σαν τον πρώτο:
βλασταίνει στο χωράφι του Πλάτωνα.
Αγγελάκη-Ρούκ Κατερίνα
ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΚΡΕΒΑΤΙ
Κινήσεις που οδηγούν
σ' ένα απλό κρεβάτι
πώς να εμπνεύσουν πια;
Κρεβάτι χωρίς παραστάτη
χωρίς εφιδρώσεις
χωρίς εντυπώσεις
ένα άδειο στρωμένο πανί
μία οθόνη δίχως προβολή
και κινήσεις μονοσήμαντες
που σημαίνουν μόνο το τέλος
της μέρας.
Μια ειρήνη υπόγραψα φαίνεται
χωρίς καμιά μάχη
να 'χει κερδηθεί ή χαθεί.
Ειρήνη είναι ο ύπνος
που έρχεται περιβρεγμένος
μόνο με την ελπίδα
του ονείρου.
Αλλά, αναπάντεχα
μια γλύκα απλώνεται στην επιφάνεια
της ταλαιπωρημένης σάρκας.
Τέλειωσε και τούτο το βράδυ.
Ακόμη ένα κομμάτι χρόνου
που δεν πρόδωσα
δε βλαστήμησα
την ώρα και τη στιγμή.
Ήταν η μέρα καλή
καμιά δεν ένιωσα νέα πληγή
καμιά δεν κακοφόρμισε παλιά.
Κρεβάτι απλό
με τέσσερα πόδια
και καλοκαιρινά σεντόνια
βάναυσα λευκά.
Αγγελάκη-Ρούκ Κατερίνα ΥΠΑΡΞΙΑΚΕΣ ΕΡΩΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ
Στον κόσμο που γεννήθηκα
Στον κόσμο που γεννήθηκα
τα χάνει κανείς όλα
τις λέξεις τρώει ο καιρός
και μέσα απ' τις λέξεις
φαγώνονται τα μάτια
τα φιλιά
ακόμα κι η ανάγκη
να υποφέρεις.
Αγγελάκη-Ρούκ Κατερίνα
Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να 'ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
ΑΠ' ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Απ’ το παράθυρο
ο κήπος μοιάζει ν’ ανήκει
αλλού
και το σπίτι να ταξιδεύει
πάνω σ’ ένα φύλλο.
Μέσ’ απ’ τη γρίλια
κομμένοι φέτες συνεδριάζουν
οι μνηστήρες της σιωπής μου
οργανώνουν τη ζωή μου
σαν βεγγέρα
κι ανεβαίνει ώς τα πάνω πατώματα
η τσίκνα
απ’ τα εδέσματα
της μακρότατης αναμονής μου.
Πετούν γύρω μου οι μνηστήρες
ζαλισμένοι απ’ το φως
της εκθαμβωτικής μοναξιάς μου·
όταν τους κοιτώ από ψηλά
είναι που βρίσκομαι σε μια κάμαρη
γεμάτη Οδυσσέα.
Ας μη μιλήσω πάλι
για τη θεσπέσια φωνή του
τη λίγη πρωτοτυπία του
που τον έκανε αιώνιο απ’ την αρχή
αλλά για μιαν αλλαγή
μια λαμπερή κλωστή
μέσα μου.
Περιμένοντας φτάνω στην ουσία
του εαυτού μου.
Πώς να περιγράψω το κουκούτσι
όταν πια δεν περιβάλλεται
είναι γυμνό και δε φοβάται
δονείται, δε σπαρταρά
και μου επιβάλλει τη σταθερότητα
του χρόνου;
Μια σοβαρότητα αρχίζει από μένα
και πιάνει όλη τη φύση
αν η πορεία συνεχιστεί
κι ο θάνατος θα είναι
μια αξία.
.................................................................
Ακούω κάτω τους αλαλαγμούς,
ήμουνα κάποτε κι εγώ
με λάσπες στο κεφάλι
λεμονανθούς στ’ αυτιά
φώναζα παθιασμένα
«λευτερωθείτ’ απ’ τα δεσμά!»
μα τα δεσμά είναι βαθιά
μια συμπεριφορά
που παίζει ο εαυτός
τον εαυτό του.
Τώρα ένα παράθυρο μόνο·
πίσω του η μικρή μου
ιδιωτική σκιά
ο φυσικός μου κόσμος.
Κλεισμένη μες στο σπίτι
όπως μες στο χρόνο
κοιτάζω το δέντρο
όπως το θεό:
έξω απ’ το χρόνο.
Καταλαβαίνω λίγο
την παρουσία μου
εδώ
μ’ εσένα και χώρια από σένα·
το κρέας μου σε περιμένει
μα η σκέψη μου σ’ είδε να ’ρχεσαι
από καιρό
και σ’ έχει ξεπροβοδίσει πάλι.
Τα πρόσωπα υπάρχουν
μόνο μέσα μας
τα μάτια τους λάμνουν
στα υγρά του οργανισμού μας.
Αγγελάκη-Ρούκ Κατερίνα
ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΩΡΑΙΟΣ
Εκεί που είσαι ωραίος
είναι εκεί που ανοίγουν οι κλάδοι τα όνειρα
και ξετυλίγονται σαν χλοερές γάζες
πάνω απ’ τα σκληρά κι ανήλικα
πράγματα του κόσμου.
Εγώ τυχαία βρέθηκα εδώ
κάτι αμετάκλητοι πόλεμοι
με το μέλλον
κι η τελευταία θρασύτητα
η πριν από την πτώση
μ’ έφεραν στα ολάνθιστα σοκάκια
στη βαθιά σιωπή
της προσωπικής σου άνοιξης
όταν αμετανόητος για την ωραιότητα
μοιράζεσαι τα πάντα με τη νύχτα.
Όμως υπάρχει μια απορία στον έρωτα
μια φρίκη μπρος στην πρόσκαιρη αξία
του υποκινητή
και τότε το θαύμα του όμορφου
μοιάζει μ’ ένα μακρύ τούνελ
μες στο χρόνο
φορτώνεται με μαύρο
η περίλαμπη άμαξα
άμαξα πένθους στην άλλη άκρη…
Κι εγώ περνώντας όλο χαλώ
με την πράξη
αυτό που χωρίς την πράξη
δεν υπάρχει.
Αγγίζω και θυμάμαι:
μια από τις πέντε αισθήσεις
ήταν αρκετή
όταν η ζωή είχε μια παραπάνω αρετή
την αλήθεια.
Αγγελάκη-Ρουκ-ΟΙ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ
«Ρήγισσα Πρωτοχρονιά»
Αγάπες πρώιμες, όψιμες, αλαργινοί καιροί,
τώρα και χτες, πληγές χαρές, ω ριζικά του κόσμου,
κ’ εσείς που κάπου ζήσατε, και λιώνετε νεκροί,
κ’ εσείς με μάτια ολάνοιχτα που ζείτε ακόμα εμπρός μου,
πατρίδα μου, πατρίδες μου, θύμησες, τόποι, νιάτα,
κ’ εσείς ονείρατα άστρεχτα, κ’ η ελπίδα εσύ, και ο τρόμος
κ’ η ορμή, κ’ εσείς που απάντησα και σύντυχα στη στράτα,
ή καβαλάρης στης ζωής το διάβα ή πεζοδρόμος,
καρποί που μαραγκιάσατε κ’ εσείς βλαστοί δροσάτοι,
φαντάσματα και πλάσματα, χαρίστρα μου η ψυχή.
Της ρήγισσας Πρωτοχρονιάς μεστό είναι το παλάτι,
διάπλατα σας ανοίγεται, και πλούσιοι και φτωχοί.
Ρήγας κ’ εγώ, στο ερημικό νησί μου πάντα, ορίζω
το θησαυρό που δίνεται, και δε θε να στερέψει.
-Ξένοι, δικοί μου, φίλοι μου και οχτροί μου, σας χαρίζω
τη λυρική μου σκέψη!
Κ. Παλαμάς, Η πολιτεία και η μοναξιά
Γενάρης 1904
A οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.
Aπελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα·
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους.
Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό
καινούργιου χρόνου.
Τρέμουν από το κρύο
τα σταυροδρόμια και οι γωνίες
σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν
επάνω σε αλλότριας πατρίδας
πλανόδιους ανθοπώλες
μπουκέτα φασκιωμένα
με αγριωπό χαρτί
και η φτηνή ποιότητα
με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω
από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένεςόπως κι εμείς όταν παιδιά
για σχέδια πεινασμένα
σ' εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα
μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε
κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί
τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά
παραθυράκια διάπλατα μάς άνοιγε το μέλλον.
Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους
μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα
κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021
ΕΝΩΣΗ
«Μάντεψε, ποιος σε κρατά τώρα στα χέρια του;»
«Ο Θάνατος», είπα. Όμως τότε
Ήχησε η απάντηση η αργυρή
«Όχι ο Θάνατος αλλά η Αγάπη».
« Κ’ είναι σαν μια έξοδος απ’ το χρόνο, σαν καθήλωση του χρόνου, σαν κατάργησή του
Απ’ την ταχύτητα της σκέψης και της μνήμης και του ονείρου
Κι απ’ την υπομονή της ανθρώπινης πράξης .
Είναι η ένωση, είπε,
Του άντρα και της γυναίκας, της σιωπής και της φωνής, της ζωής και της ποίησης» .
ΡΙΤΣΟΣ, Σονάτα του σεληνόφωτος
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΝΟΥΝ
«Χρόνια που πέσαν πάνω μας, σαν προβολείς.
Μας τουφεκίζουν έναν έναν
σαστισμένους λαγούς.»
Μιχάλης Γκανάς
Απλώς, μια επιφάνεια
Ούτε ευτυχισμένος,
ούτε δυστυχισμένος.
απλώς,
μια επιφάνεια,
που πάνω της
κάνει τσουλήθρα ο χρόνος.
Χρίστος Λάσκαρης, 1931-2008
Ο ληξίαρχος ....
...
Γιατί κι ο χρόνος γέρων είναι
και κυφός
κι όση σοφία θησαύρισες καπνός και σκόνη
Δε μένει παρά λίγο γκρίζο φως
Κι ο σκοτεινός Ληξίαρχος που ζυγώνει
Ορέστης Αλεξάκης,1931-2015
ΧΡΟΝΟΚΥΚΛΩΜΑ
Χρονοκύκλωμα:
Τη μέρα που ανακαλύφτηκε ο χρόνος οι άνθρωποι
κούρδισαν τα ρολόγια κι άρχισαν να τον κυνηγούν.
Κι αποτιμήθηκε σε ψήγματα καταστροφής κι απόχτησε αξία
μυθικών πτηνών και χάθηκε απ’ τον κόσμο η άνεση κι ο δισταγμός
και κανένας δεν εξουσίαζε το προσκεφάλι του
και δεν υπήρχε έστω και λίγος χρόνος για χαρά ή για λύπηση.
Μόνο σαν τροχοπεδούσε ο Μέγας Χρονοκράτορας έτρεχες να
φωλιάσεις στη μασχάλη του να κλείσεις τα μάτια και να μεταμφιεστείς..
Πέρα από το χρόνο:
Ακόμα κι όταν οι αγάπες τελειώνουν
ο χρόνος προχωρεί.
Στη στιλπνή του επιφάνεια αφήνεις αποτυπώματα διαμπερή
πάντα ευανάγνωστα για τους ειδικούς που αποτιμούν το κόστος
"Εν όλω συγκομιδή"
Κλείτος Κύρου, 1921-2006
25η ραψωδία της Οδύσσειας
Αηδίες— ο χρόνος έγινε για να κυλάει,
οι έρωτες για να τελειώνουν,
η ζωή για να πηγαίνει στο διάολο
κι εγώ για να διασχίζω το Άπειρο με το μεγάλο διασκελισμό
ενός μαθηματικού υπολογισμού,
μονάχα όποιος τα διψάει όλα
μπορεί να με προφτάσει,
ό,τι ζήσαμε χάνεται,
γκρεμίζεται μέσα στο σάπιο οισοφάγο του χρόνου
και μόνο καμιά φορά,
τις νύχτες,
θλιβερό γερασμένο μηρυκαστικό τ’ αναμασάει η ξεδοντιασμένη μνήμη,
όσα δε ζήσαμε αυτά μας ανήκουν…
Τάσος Λειβαδίτης
«Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία – για ποιο πανάρχαιο σφάλμα! Βράδιαζε. Άνοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου.
Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ‘να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ….»
Το Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο – Τάσος Λειβαδίτης
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΙΚΟΣ
«Παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος
κορσέδες τα δευτερόλεπτα»
(Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)
Θρίαμβος Χρόνου
Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία~
στέργεις αιωνιότητα
μονάχα με το βλέμμα~
είσαι μια ζωντανή βαθιά
σελίδα σώματος
π’ αστράφτει σε παρθενικότητα.
Ο χρόνος είν’ ακόμη για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.
ΧΡΟΝΟΣ
Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ’ την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.
ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ
προσανατολισμοί






