Κι όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου,
ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου
που βγήκα μέσ’ απ’ το καπέλο του.
Τ. Λειβαδίτης
Κι όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου,
ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου
που βγήκα μέσ’ απ’ το καπέλο του.
Τ. Λειβαδίτης
με τους τόσους αδιάφορους ενοίκους να δαιμονίζονται στα διπλανά διαμερίσματα
ή, ακόμα, α χτυπάνε τα ντουβάρια για να πάψουν τα μοιρολόγια της μάνας σου
που, σαν το χλωμό κερί, θα λιώνει κοντά σου.
Και το αγγελτήριο του θανάτου κολλημένο στην κοινή εξώθυρα,
ανάμεσα σ’ «Ενοικιάζεται» και σε «Πωλείται» χωρίς να ξέρει κανείς
που βρίσκεται το κουφάρι σου, ποια πόρτα πρέπει να χτυπήσει για να σ’ αποχαιρετήσει.
Κι αντί για χέρια ευλαβικά να σε μεταφέρουν, την ώρα
που το σπίτι ηρεμεί, σαν καράβι που βούλιαξε,
άβολα σφηνωμένος στο ασανσέρ να υποφέρεις
και πάλι ολομόναχος τις αλυσίδες και τα γρανάζια.
ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ
Κάτω από ποιες συνθήκες ονειρεύεσαι
τους νεκρούς;
Τους σκέφτεσαι συχνά πριν αφεθείς στον ύπνο;
Ποιος εμφανίζεται πρώτος;
Είναι πάντοτε ο ίδιος;
Όνομα; Επώνυμο; Κοιμητήριο; Ημερομηνία θανάτου;
Σε ποιο πράγμα αναφέρονται;
Παλιά φιλία; Συγγένεια; Πατρίδα;
Λένε από πού έρχονται;
Και ποιος εκτός από σένα τους βλέπει στο όνειρό του;
Τα πρόσωπά τους είναι όπως στις φωτογραφίες τους;
Έχουν γεράσει καθόλου με τα χρόνια;
Δείχνουν ακμαίοι; Δείχνουν κατάχλωμοι;
Οι δολοφονημένοι, έχουν επουλώσει ως τώρα
τα τραύματά τους;
Θυμούνται ακόμα ποιος τους σκότωσε;
Τι κρατάνε στα χέρια τους; Να μας περιγράψεις
αυτά τα αντικείμενα.
Είναι μισοκαμμένοι; Γεμάτοι μούχλα;
Απανθρακωμένοι; Σε αποσύνθεση;
Και μες στα μάτια τους, τι βλέπεις: Ικεσία;
Απειλή;
Πιάνετε κουβέντα μόνο για τον καιρό;
Ή για λουλούδια; Πουλιά; Πεταλούδες;
Από την πλευρά τους δεν κάνουν αδέξιες
ερωτήσεις;
Κι αν κάνουν, τι αποκρίνεσαι;
Αντί να μένεις σιωπηλός για σιγουριά;
Ή αντί ν’ αλλάζεις με προφάσεις το θέμα
του ονείρου;
Ή αντί να ξυπνάς εγκαίρως;
Βισουάβα Σιμπόρσκα, Μετ: Βασίλης Καραβίτης
Ψυχοσάββατο. Μα μην ανάψεις το καντήλι.
Θα μαζευτούνε γύρω του οι νεκροί μας
κι είναι τόσοι πολλοί. Θα γεμίσει
το σπίτι απ΄το βόμβο
που κάνουν αδιάκοπα, σα μέλισσες
όπου δεν ξεχωρίζει μήτε μια τους λέξη
γιατί ξέμαθαν πια να μιλούνε με λέξεις.
Ωστόσο θα αιστανθείς
εκείνη την επίμονη ικεσία τους
να τους χαρίσεις λίγο απ΄το χρόνο σου
να λουστούν μές΄ στη σκέψη σου
να ξεδιψάσουν στην ανάμνησή σου.
ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ
Ενθάδε κείται η ιδέα που σχημάτισα για τον εαυτό μου
Και μια φωνή μου ψιθυρίζει να’ ρθω εδώ να μείνω
Στο κοιμητήριο των καλών προθέσεων στον τάφο μιας ωραίας ελπίδας
Όπου θα καταθέσουνε στεφάνια οι ανθοδέσμες κι οι αυταπάτες
Ενθάδε κείται η ιδέα που είχα για τον εαυτό μου
Ολόκληρο ένα κεφάλαιο της ζωής μου είναι εδώ κλεισμένο
Όταν όλα πήγαιναν καλά κι ήτανε όλα ρόδινα
Μέσα στο βιβλίο που ήμουνα ο ίδιος, θύτης, θύμα κι αναγνώστης
Αλλά δεν ήρθε εγκαίρως ο εαυτός μου στο μέρος το καθορισμένο
Ίσως να σταμάτησε ένα ρολόι – κι ίσως αυτός που διάβαζε
Να πήδηξε μια σελίδα απ’ το βιβλίο και να τ’ άφησε
Ίσως ν’ άλλαξαν οι προφητείες και να σκοτείνιασαν οι οιωνοί-
Κι έμεινα με τη μετασχηματισμένη ιδέα του εαυτού μου
Και τώρα ενθάδε κείται ο θυρωρός της
σκέψης μου της κεντρικής
Με τα’ αντικλείδι μου στου νου το χέρι ο κλέφτης
Κι ο παλιατζής των αποφάσεων μου
Ενθάδε κείται ωραία προκλητική η σελίδα
Η χαμένη από τον εαυτό μου – αλλά κανείς δεν έμαθε
Ποτέ το πώς και το γιατί να σκίστηκε από το βιβλίο
Με τέτοιον τρόπο οριστικό και μυστηριώδη κι άγνωστο.
ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ, Ποιήματα 2, Ύψιλον 1987
Δεν πρόφτασα να ζήσω
Αλλά τουλάχιστον
Θα προλάβω να πεθάνω ζωντανός
Όχι νεκρός
Πάντα μπορούσα
Να ξεχωρίζω
Απ’ το σχολείο ακόμα
–Μικρός σαν πετραδάκι–
Τους ζωντανούς από τους νεκρούς
Άλλωστε εγώ
Πάντα την αγαπούσα
Την ζωή
Μέχρι θανάτου
Σταύρος Σταυρόπουλος
Ω! να πεθάνω ειρηνικά στο βράδιασμα της μέρας,
από την τρυφερότατη στερνή φεγγοβολή,
να νιώσω την απαληνή ψυχή ν’αποτραβιέται
προς τον αιώνιον έρωτα, προς τη βαθιά τη γη.
Ω! Να πεθάνω, τ’άλυτο μυστήριο να χαρώ
της ζέστας και του χορταριού, του σπόρου, της πηγής,
στον κάμπο τον καγκελωτό να πάω να κοιμηθώ,
κι ω! να πεθάνω, πιο σιμά για να βρεθώ στη γης.
Anna de Noailles, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ