Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Ο ΒΟΜΒΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Ψυχοσάββατο. Μα μην ανάψεις το καντήλι.

Θα μαζευτούνε γύρω του οι νεκροί μας

κι είναι τόσοι πολλοί. Θα γεμίσει

το σπίτι απ΄το βόμβο

που κάνουν αδιάκοπα, σα μέλισσες

όπου δεν ξεχωρίζει μήτε μια τους λέξη

γιατί ξέμαθαν πια να μιλούνε με λέξεις.


Ωστόσο θα αιστανθείς

εκείνη την επίμονη ικεσία τους

να τους χαρίσεις λίγο απ΄το χρόνο σου

να λουστούν μές΄ στη σκέψη σου

να ξεδιψάσουν στην ανάμνησή σου.


ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ

Ενθάδε κείται η ιδέα που σχημάτισα για τον εαυτό μου

Και μια φωνή μου ψιθυρίζει να’ ρθω εδώ να μείνω

Στο κοιμητήριο των καλών προθέσεων στον τάφο μιας ωραίας ελπίδας

Όπου θα καταθέσουνε στεφάνια οι ανθοδέσμες κι οι αυταπάτες


Ενθάδε κείται η ιδέα που είχα για τον εαυτό μου

Ολόκληρο ένα κεφάλαιο της ζωής μου είναι εδώ κλεισμένο

Όταν όλα πήγαιναν καλά κι ήτανε όλα ρόδινα

Μέσα στο βιβλίο που ήμουνα ο ίδιος, θύτης, θύμα κι αναγνώστης


Αλλά δεν ήρθε εγκαίρως ο εαυτός μου στο μέρος το καθορισμένο

Ίσως να σταμάτησε ένα ρολόι – κι ίσως αυτός που διάβαζε

Να πήδηξε μια σελίδα απ’ το βιβλίο και να τ’ άφησε

Ίσως ν’ άλλαξαν οι προφητείες και να σκοτείνιασαν οι οιωνοί-

Κι έμεινα με τη μετασχηματισμένη ιδέα του εαυτού μου


Και τώρα ενθάδε κείται ο θυρωρός της

σκέψης μου της κεντρικής

Με τα’ αντικλείδι μου στου νου το χέρι ο κλέφτης

Κι ο παλιατζής των αποφάσεων μου


Ενθάδε κείται ωραία προκλητική η σελίδα

Η χαμένη από τον εαυτό μου – αλλά κανείς δεν έμαθε

Ποτέ το πώς και το γιατί να σκίστηκε από το βιβλίο

Με τέτοιον τρόπο οριστικό και μυστηριώδη κι άγνωστο.


ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ, Ποιήματα 2, Ύψιλον 1987

ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Δεν πρόφτασα να ζήσω

Αλλά τουλάχιστον

Θα προλάβω να πεθάνω ζωντανός

Όχι νεκρός


Πάντα μπορούσα

Να ξεχωρίζω

Απ’ το σχολείο ακόμα

–Μικρός σαν πετραδάκι–

Τους ζωντανούς από τους νεκρούς


Άλλωστε εγώ

Πάντα την αγαπούσα

Την ζωή

Μέχρι θανάτου


Σταύρος Σταυρόπουλος

ΕΝΘΕΡΜΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

 

Ω! να πεθάνω ειρηνικά στο βράδιασμα της μέρας,

από την τρυφερότατη στερνή φεγγοβολή,

να νιώσω την απαληνή ψυχή ν’αποτραβιέται

προς τον αιώνιον έρωτα, προς τη βαθιά τη γη.


Ω! Να πεθάνω, τ’άλυτο μυστήριο να χαρώ

της ζέστας και του χορταριού, του σπόρου, της πηγής,

στον κάμπο τον καγκελωτό να πάω να κοιμηθώ,

κι ω! να πεθάνω, πιο σιμά για να βρεθώ στη γης.


Anna de Noailles, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ



 

"Κλείνω τα μάτια μου κι όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.

Ανοίγω τα βλέφαρά μου, και ξαναγεννιέται."

Σύλβια Πλαθ


«Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη σαν όλες τις άλλες.

Την κάνω εξαιρετικά καλά.»

Σύλβια Πλαθ

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ 'ΧΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

 

Ο θάνατος θά ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου —

αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει

απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,

κρυφός, σαν μια παλιά τύψη

ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου

θα ναι μια άδεια λέξη,

κραυγή που έσβησε, σιωπή.

Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό

όταν μονάχη σκύβεις

στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,

αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς

πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.


Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.

Ο θάνατος θά ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου.

Θα ‘ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,

σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη

να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,

σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.

Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.


(Τσέζαρε Παβέζε,
O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου, Σωτήρης Τριβιζάς (μετ), εκδ. Καστανιώτης, σ. 68, 1997)

ΓΕΝΝΙΕΣΑΙ...

Γεννιέσαι και δεν ξέρεις τίποτα,

Ζώντας μαθαίνεις λίγα,

Όμως πεθαίνοντας ίσως δεις


(«Τοngaretti Giuseppe, Ποιήματα, Ίκαρος)