Μη με παρεξηγείτε, δεν ήθελα –και ποιος θα ’θελε; –
η γαλήνη να μου στερηθεί. Με σκέφτηκε;
Ν’ αφυπνίζει ήθελε δίχως θαύματα,
τι με σηκώνει από τον ύπνο τον βαθύ.
Με ρώτησε αν τον χόρτασα, εμένα, στη ζωή;
Κι αν πέθανα νέος, γιατί ν’ αγανακτήσει.
Ξέρει τι είδα στην αντίπερα την κτήση.
Ήταν η ζωή μου τόσο πια μοναδική
που νόμο έπρεπε να παραβεί, να μ’ εξυμνήσει;
Μη με παρεξηγείτε, δάκρυα δεν κυλούν από χαρά.
Μοναδικός θα περιφέρομαι, να ξεχωρίζω.
Όχι ήρωας, μα πιόνι βασιλιά.
Μόνος επιζών, όσο αυτός τη νίκη κυνηγά.
Μη με παρεξηγείτε, το χέρι του δεν το φιλώ.
Κάτω προσπαθώ να τον τραβήξω. Να σας σώσω.
Μαζί του να ξαναταφώ.
Γιώργος Χ. Στεργιόπουλος, «Κατά Χρόνον Ευαγγέλιο», Οι Εκδόσεις των Φίλων,
2012
Παρασκευή 24 Απριλίου 2020
ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
Ετικέτες
Γιώργος Στεργιόπουλος,
Λάζαρος,
πάσχα
Πέμπτη 23 Απριλίου 2020
Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΥΜΑ
Ω ναι, δεν έπρεπε στο «Δεύρο έξω» να υπακούσω
μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν' ακολουθήσω
ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.
Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω
σε τι ανάσταση νεκρών
ανάμεσα σ' εξαίρεση ζωής
και στον κανόνα του θανάτου;
Και τέλος
πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ
ότι στ' αλήθεια και για πάντα
θα πεθάνω;
μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν' ακολουθήσω
ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.
Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω
σε τι ανάσταση νεκρών
ανάμεσα σ' εξαίρεση ζωής
και στον κανόνα του θανάτου;
Και τέλος
πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ
ότι στ' αλήθεια και για πάντα
θα πεθάνω;
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ
Ετικέτες
Γ. ΒΑΡΒΕΡΗΣ,
Λάζαρος,
πάσχα
Τετάρτη 22 Απριλίου 2020
«ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΛΗΘΗ»
Το μόνο απτό που απόμεινε από κείνον, ήταν το σακάκι του.
Το κρέμασαν εκεί, στη μεγάλη ντουλάπα. Ξεχάστηκε,
στριμώχτηκε στο βάθος, απ’ τα δικά μας ρούχα, θερινά,
χειμωνιάτικα,
κάθε χρόνο κιανούργια, για τις καινούργιες ανάγκες μας.
Ώσπου,
μια μέρα, μας χτύπησε στο μάτι, – μπορεί κι απ’ το περίεργο
χρώμα του,
μπορεί κι απ’ την κοψιά της παλιάς μόδας. Πάνω στα
κουμπιά του,
έμειναν τρία κυκλικά ομοιόμορφα τοπία:
ο τοίχος της εκτέλεσης με τέσσερις τρύπες, κι ολόγυρα η τύψη μας.
Το κρέμασαν εκεί, στη μεγάλη ντουλάπα. Ξεχάστηκε,
στριμώχτηκε στο βάθος, απ’ τα δικά μας ρούχα, θερινά,
χειμωνιάτικα,
κάθε χρόνο κιανούργια, για τις καινούργιες ανάγκες μας.
Ώσπου,
μια μέρα, μας χτύπησε στο μάτι, – μπορεί κι απ’ το περίεργο
χρώμα του,
μπορεί κι απ’ την κοψιά της παλιάς μόδας. Πάνω στα
κουμπιά του,
έμειναν τρία κυκλικά ομοιόμορφα τοπία:
ο τοίχος της εκτέλεσης με τέσσερις τρύπες, κι ολόγυρα η τύψη μας.
Γιάννης Ρίτσος
Ετικέτες
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Τρίτη 21 Απριλίου 2020
«Κάτω απ’ τις ράγες…»
Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών
Όταν όλα περάσουν – πάντα σε περιμένω.
Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.
Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν –
Σε περιμένω.!
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών
Όταν όλα περάσουν – πάντα σε περιμένω.
Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.
Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν –
Σε περιμένω.!
(Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη)
Ετικέτες
Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
Δευτέρα 20 Απριλίου 2020
Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ Ν’ ΑΝΑΣΤΗΘΕΙ
Μια μέρα άκουσα φωνές που έρχονταν απ’ έξω.
Επιτέλους, φωνές απ’ έξω, σκέφτηκα, φωνές άλλων
που έχουν το φως μέσα τους και που το λένε,
που έρχονται απ’ τον αέρα, όχι από μένα.
Φωνές που καθώς πλησίαζαν ήταν ψίθυροι.
Βήματα που σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα μου.
Κάποιος είπε: Ενθάδε κείται, λες και το διάβαζε.
Σιώπησαν οι υπόλοιποι.
Μια φωνή με κάλεσε: Λάζαρε, είπε,
έγειρε και ύπαγε.
Την αναγνώρισα, μα έκανα πως δεν την άκουσα.
Θυμήθηκα τον Ιωνά. Στάθηκα ακίνητος.
Σκέφτηκα:
θα προτιμούσα
να μην το κάνω,
ποτέ να μην βγω από ’δω μέσα.
Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο.
Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας,
το πικρό του μέλι, η πλάνη του, η απειλή του.
Εγέρθητι. Δεύρο έξω από μνημείο σου.
Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα.
Κι έπειτα, είχα αγαπήσει
πολύ αυτή τη ζωή του πεθαμένου.
Άφησα να περάσουν τα χρόνια. Τώρα περιμένω
μια φωνή να με καλέσει, να μου πει
τι πρέπει να κάνω, τι επιθυμώ.
Juan Vicente Piqueras | Χουάν Βιθέντε Πικέρας, “Historia de la sed”
“Ιστορία της δίψας”, μετ: Κώστας Βραχνός
Επιτέλους, φωνές απ’ έξω, σκέφτηκα, φωνές άλλων
που έχουν το φως μέσα τους και που το λένε,
που έρχονται απ’ τον αέρα, όχι από μένα.
Φωνές που καθώς πλησίαζαν ήταν ψίθυροι.
Βήματα που σταμάτησαν μπροστά στην πόρτα μου.
Κάποιος είπε: Ενθάδε κείται, λες και το διάβαζε.
Σιώπησαν οι υπόλοιποι.
Μια φωνή με κάλεσε: Λάζαρε, είπε,
έγειρε και ύπαγε.
Την αναγνώρισα, μα έκανα πως δεν την άκουσα.
Θυμήθηκα τον Ιωνά. Στάθηκα ακίνητος.
Σκέφτηκα:
θα προτιμούσα
να μην το κάνω,
ποτέ να μην βγω από ’δω μέσα.
Γνωρίζω υπερβολικά καλά τον κόσμο.
Εκεί έξω, το ξέρω, καραδοκεί ο κακός έρωτας,
το πικρό του μέλι, η πλάνη του, η απειλή του.
Εγέρθητι. Δεύρο έξω από μνημείο σου.
Εγώ όμως μισούσα τα θαύματα.
Κι έπειτα, είχα αγαπήσει
πολύ αυτή τη ζωή του πεθαμένου.
Άφησα να περάσουν τα χρόνια. Τώρα περιμένω
μια φωνή να με καλέσει, να μου πει
τι πρέπει να κάνω, τι επιθυμώ.
Juan Vicente Piqueras | Χουάν Βιθέντε Πικέρας, “Historia de la sed”
“Ιστορία της δίψας”, μετ: Κώστας Βραχνός
Ετικέτες
Λάζαρος,
πάσχα,
Juan Vicente Piqueras
Κυριακή 19 Απριλίου 2020
Ο ΛΑΖΑΡΟΣ ΖΗΤΑ ΒΟΗΘΕΙΑ
Μιλάω και φωνή δεν έχω. Σωπαίνω κι ακούω
το πώς δε σιμώνει κανείς ίσαμε το μνήμα μου.
Είμαι η
φωτιά που μέσα της φλέγομαι, μισώ τη σιωπή,
και δεν αντέχω άλλο τον τρόπο αυτό
για να μη ζω.
Το σώμα μου είναι μια πυροστιά
που δε λέει να σβήσει.
Η κορμί μου είναι η σκληρή ψυχή μου,
είναι η μνήμη μου
τυλιγμένη στο σουδάριο των σεντονιών
όπου βυθίστηκα, ποτέ
δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος.
Το κορμί μου εδώ απλωμένο είναι ο τόπος
των γεγονότων, ο χάρτης του φόβου μου.
Είναι ένα παιδί τρομαγμένο και κρυμμένο
στο ερμάριο της καρδιάς του
ακούγοντας την αρχαία φωνή της μητέρας του
που το γυρεύει, το φωνάζει,
και έχουν περάσει τα χρόνια κι αυτό συνεχίζει εκεί κρυμμένο,
χωρίς φωνή. Του λείπει ο αέρας.
Κανείς πια δεν το γυρεύει. Κανείς δεν το φωνάζει.
Κανείς δεν περιμένει την πληγή του. Κανείς δεν έρχεται.
Κανείς δεν θυμάται ό,τι έχω λησμονήσει.
Το κορμί μου, ναι. Δε λησμονεί. Δεν κινείται.
Τα μάτια μου χρειάζονται το φως που τους αρνήθηκα.
Επιθυμία μου είναι να επιθυμώ και να αφεθεί
το κορμί μου στο φως των όσων δεν έχει ζήσει,
στη φωνή που θα του πει: Εγέρθητι και αγάπα.
Και να εγερθεί και να αγαπά χωρίς το εγώ να το αντιληφθεί.
το πώς δε σιμώνει κανείς ίσαμε το μνήμα μου.
Είμαι η
φωτιά που μέσα της φλέγομαι, μισώ τη σιωπή,
και δεν αντέχω άλλο τον τρόπο αυτό
για να μη ζω.
Το σώμα μου είναι μια πυροστιά
που δε λέει να σβήσει.
Η κορμί μου είναι η σκληρή ψυχή μου,
είναι η μνήμη μου
τυλιγμένη στο σουδάριο των σεντονιών
όπου βυθίστηκα, ποτέ
δεν έπαψα να είμαι σαβανωμένος.
Το κορμί μου εδώ απλωμένο είναι ο τόπος
των γεγονότων, ο χάρτης του φόβου μου.
Είναι ένα παιδί τρομαγμένο και κρυμμένο
στο ερμάριο της καρδιάς του
ακούγοντας την αρχαία φωνή της μητέρας του
που το γυρεύει, το φωνάζει,
και έχουν περάσει τα χρόνια κι αυτό συνεχίζει εκεί κρυμμένο,
χωρίς φωνή. Του λείπει ο αέρας.
Κανείς πια δεν το γυρεύει. Κανείς δεν το φωνάζει.
Κανείς δεν περιμένει την πληγή του. Κανείς δεν έρχεται.
Κανείς δεν θυμάται ό,τι έχω λησμονήσει.
Το κορμί μου, ναι. Δε λησμονεί. Δεν κινείται.
Τα μάτια μου χρειάζονται το φως που τους αρνήθηκα.
Επιθυμία μου είναι να επιθυμώ και να αφεθεί
το κορμί μου στο φως των όσων δεν έχει ζήσει,
στη φωνή που θα του πει: Εγέρθητι και αγάπα.
Και να εγερθεί και να αγαπά χωρίς το εγώ να το αντιληφθεί.
Juan Vicente Piqueras, Μετ: Νίκος Πρατσίνης
Ετικέτες
Λάζαρος,
πάσχα,
Juan Vicente Piqueras
Σάββατο 18 Απριλίου 2020
Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ
Για τον ένα, λοιπόν και για τον άλλο,
χρειάστηκε αυτό. Γιατί, σημάδια, βλέπεις,
που να φωνάζουν μόνα τους, χρειαζόνταν.
Μα, ονειρευόταν, οι Μαρίες και οι Μάρθες
θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούν και να εννοήσουν,
ότι μπορούσε. Μα δεν το πίστευαν,
κι όλοι έλεγαν: Τι έρχεσαι, Κύριε, τώρα;
Και, τότε, πήγε, το Απαγορευμένο
να πράξει στην ειρηνεμένη φύση:
Καταγαναχτισμένος. Για τον τάφο, ρώτησε,
με κλειστά, σχεδόν, τα μάτια,
Πονούσε. Πώς κυλούσαν τα δάκρυά του,
τους φάνηκε, και σπρώχνονταν κοντά του
γιομάτοι περιέργεια. Μα ως και ο δρόμος
του ‘ταν πολύς και, εκείνο, του φαινόταν
σαν πείραμα, που με τη φρίκη παίζει, –
και μια αψηλή φωτιά ξέσπασεν, αίφνης,
μέσα του – τέτοια αντίρρηση, για κάθε
μια διάκριση που κάνουν για τη ζωή τους
ή για το θάνατό τους, ώστε, εκείνη
η αντίρρηση, για κάθε ζυγό, εγίνη
μόνο έχθρα, τη στιγμή, που, βραχνιασμένα,
τους πρόσταζε: Κυλήστε την πέτρα!
Πώς θα βρόμαγε πια (γιατί, η τετάρτη
μέρα ήταν) μια φωνή ‘πε, – όμως εκείνος,
παιδεμένος στεκόταν, κι ήταν, όλος,
γιομάτος απ’ την κίνησην εκείνη,
που μέσα του υψωνόταν, και βαρύ,
πολύ βαρύ, του ανύψωνε το χέρι –
(ποτέ πιο αργά ένα χέρι δεν υψώθη
κι ούτε θα υψωθεί πια, απ’ το χέρι εκείνο),
ώσπου λάμποντας, στάθηκε στον αέρα
και, πάνω, κει, σύρθηκεν ως τα νύχια:
τώρα, τον πήρε η φρίκη, τι, θα θέλαν
όλοι οι νεκροί, από τον απομυζημένο
τάφο, να ρθούνε πίσω, ξεπετώντας
σάμπως νύμφες εντόμων, απ’ το στρώμα
της οριζόντιας θέσης τους – μα Κάτι
μόνο, ύστερα, λοξά στη μέρα, εστάθη,
κ’ είδαν, πως η ακαθόριστη κι αβέβαιη ζωή,
στην αγορά το πήρε πάλι.
χρειάστηκε αυτό. Γιατί, σημάδια, βλέπεις,
που να φωνάζουν μόνα τους, χρειαζόνταν.
Μα, ονειρευόταν, οι Μαρίες και οι Μάρθες
θα ‘πρεπε ν’ αρκεστούν και να εννοήσουν,
ότι μπορούσε. Μα δεν το πίστευαν,
κι όλοι έλεγαν: Τι έρχεσαι, Κύριε, τώρα;
Και, τότε, πήγε, το Απαγορευμένο
να πράξει στην ειρηνεμένη φύση:
Καταγαναχτισμένος. Για τον τάφο, ρώτησε,
με κλειστά, σχεδόν, τα μάτια,
Πονούσε. Πώς κυλούσαν τα δάκρυά του,
τους φάνηκε, και σπρώχνονταν κοντά του
γιομάτοι περιέργεια. Μα ως και ο δρόμος
του ‘ταν πολύς και, εκείνο, του φαινόταν
σαν πείραμα, που με τη φρίκη παίζει, –
και μια αψηλή φωτιά ξέσπασεν, αίφνης,
μέσα του – τέτοια αντίρρηση, για κάθε
μια διάκριση που κάνουν για τη ζωή τους
ή για το θάνατό τους, ώστε, εκείνη
η αντίρρηση, για κάθε ζυγό, εγίνη
μόνο έχθρα, τη στιγμή, που, βραχνιασμένα,
τους πρόσταζε: Κυλήστε την πέτρα!
Πώς θα βρόμαγε πια (γιατί, η τετάρτη
μέρα ήταν) μια φωνή ‘πε, – όμως εκείνος,
παιδεμένος στεκόταν, κι ήταν, όλος,
γιομάτος απ’ την κίνησην εκείνη,
που μέσα του υψωνόταν, και βαρύ,
πολύ βαρύ, του ανύψωνε το χέρι –
(ποτέ πιο αργά ένα χέρι δεν υψώθη
κι ούτε θα υψωθεί πια, απ’ το χέρι εκείνο),
ώσπου λάμποντας, στάθηκε στον αέρα
και, πάνω, κει, σύρθηκεν ως τα νύχια:
τώρα, τον πήρε η φρίκη, τι, θα θέλαν
όλοι οι νεκροί, από τον απομυζημένο
τάφο, να ρθούνε πίσω, ξεπετώντας
σάμπως νύμφες εντόμων, απ’ το στρώμα
της οριζόντιας θέσης τους – μα Κάτι
μόνο, ύστερα, λοξά στη μέρα, εστάθη,
κ’ είδαν, πως η ακαθόριστη κι αβέβαιη ζωή,
στην αγορά το πήρε πάλι.
Ράινερ Μαρία Ρίλκε,
Ποιήματα, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, μτφ. Άρης Δικταίος
Ετικέτες
Λάζαρος,
πάσχα,
Ράινερ Μαρία Ρίλκε
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)