Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ

Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
Αν και, όπως μια πέτρα, αυτό δεν μ` ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια
Δεν είναι ότι μ` έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—
Ούτε ότι μ` άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας, ή των αστεριών

Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα: ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
Στον λευκό υατό του χειμώνα—
Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λειώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάμματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου, σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε γνώρισα αμέσως.

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο, ένα πόδι.
Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.
SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Εκδόσεις Κέδρος 2003

Σάββατο 26 Μαρτίου 2016

ΜΑΙΝΑΔΑ

Κάποτε ήμουν συνηθισμένη:
Δίπλα στη φασολιά του πατέρα μου καθόμουν
Τρώγοντας τα δάχτυλα της σοφίας
Τα πουλιά κατέβαζαν γάλα.
Όταν βροντούσε κρυβόμουν κάτω από μια πέτρα επίπεδη..

Η μάνα των στομάτων δε μ` αγάπησε.
Ο γέρος συρρικνώθηκε ώσπου έγινε μια κούκλα.
Ω, είμαι πια μεγάλη δεν γίνεται να πάω πίσω:
Των πουλιών το γάλα είναι πούπουλα,
Τα φύλλα της φασολιάς  μουγκά σαν χέρια.

Λίγα έχει να κάνεις αυτό το μήνα.
Οι νεκροί ωριμάζουν μέσα στ` αμπελόφυλλα.
Μια κόκκινη γλώσσα υπάρχει ανάμεσά μας.
Μητέρα, κρατήσου έξω απ` την αυλή μου,
Γίνομαι κάποιος άλλος.

Σκυλίσια μορφή, μακελλάρη:
Τάισέ με τα μούρα του σκότους.
Τα βλέφαρα δε λένε να κλείσουν. Ο χρόνος
Ξετυλίγει την ατέλειωτη λάμψη του  από τον
Μεγαλόπρεπο ομφαλό του ήλιου.

Πρέπει να την καταπιώ όλη.

Κυρά, ποιοί είναι αυτοί οι άλλοι μέσα στου φεγγαριού την δεξαμενή–
Σε μεθυσμένη νάρκη , τα μέλη τους σε συμπλοκή;
Μαύρο είναι το αίμα κάτω από αυτό το φως..
Πες μου τ` όνομά μου.
SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Εκδόσεις Κέδρος 2003

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

AΫΠΝΟΣ

Ο ουρανός της νύχτας είναι σαν ένα φύλλο καρμπόν,
Μπλε – μαύρο, με τις πυκνοσημαδεμένες περιοχές των αστεριών
Που αφήνουν το φως να περνά, από τρύπα σε τρύπα–
Ένα φως οστέινο, λευκό σαν θάνατος, πίσω από κάθε πράγμα.
Κάτω απ` τα μάτια των αστεριών και του φεγγαριού το δαχτυλίδι
Υπομένει την έρημο του προσκεφαλιού του, η αυπνία
Απλώνει την λεπτή , ερεθιστική της άμμο προς όλες τις κατευθύνσεις

Ξανά και ξανά , η παλιά , κοκκώδης ταινία
Προβάλλει ντροπές – τις βροχερές ημέρες
Της παιδικής ηλικίας και εφηβείας, κολλώδεις από όνειρα,
Γονικά πρόσωπα πάνω σε ψηλά εδρανα, εναλλάξ αυστηρά και βουρκωμένα,
Ένας κήπος άρρωστα τριαντάφυλλα που του έφερναν κλάμμα.
Το μέτωπό του ανώμαλο σαν τσουβάλι με πέτρες.
Οι αναμνήσεις σπρώχνονται να βγουν στην επιφάνια σαν ξεπερασμένοι σταρ του σινεμά

Έχει πια ανοσία στα χάπια : κόκκινα , μωβ, μπλε-
Πως φωτίζουν την πλήξη ενός απογεύματος που δε λέει να περάσει!
Αυτοί οι ζαχαρένιοι πλανήτες, που η επίδρασή τους κέρδισε γι` αυτόν
Μια ζωή βαπτισμένη στη μη ζωή για λίγο,
Και το γλυκό, ναρκωμένο ξύπνημα ενός επιλήσμονος βρέφους.
Τώρα τα χάπια είναι εξαντλημένα και ανόητα σαν κλασσικοί θεοί.
Τα χαζά νυσταλέα τους χρώματα δεν τον ωφελούν.

Το κεφάλι του είναι ένας μικρός χώρος από γκρίζους καθρέφτες.
Κάθε χειρονομία δραπετεύει ακαριαία σε ένα σοκκάκι
Από συρρικνούμενες προοπτικές και η σημασία του
Στραγγίζεται σα νερό έξω από την οπή στην άλλη άκρη.
Ζει εκτεθειμένος σε ένα ξεσκέπαστο δωμάτιο,
Οι γυμνές σχισμές των ματιών του πέτρωσαν ορθάνοιχτες
Στο ακατάπαυστο ασταποβόλο πετάρισμα των καταστάσεων.

Οληνυχτίς, στην γρανιτένια αυλή, αόρατες γάτες
Ούρλιαζαν σαν γυναίκες, ή σαν κατεστραμένα όργανα.
Μπορεί κιόλας να νιώσει το φως της μέρας, τη λευκή του αρρώστια,
Να ξεπροβάλλει έρποντας μ` ένα καπέλο γεμάτο ασήμαντες επαναλήψεις.
Η πόλη είναι ένας χάρτης με χαρούμενους σφυριχτές τώρα,
Και παντού άνθρωποι, με τα μάτια τους διάφανα –ασημί και άδεια,
Καλπάζουν προς τις δουλειές τους στη σειρά, λες κι έχουν πρόσφατα υποστεί πλύση εγκεφάλου.
SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Εκδόσεις Κέδρος 2003

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΡΑΚΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά
Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας
Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.
Δεν αναμένω ένα θαύμα
Ή ένα ατύχημα

Να πυροδοτήσουν την όραση
Μες τα μάτια μου, ούτε ψάχνω
Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,
Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,
Χωρίς τελετή, ή οιωνό.

Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,
Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,
Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:
Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα
Να ξεπηδήσει λευκόπυρο

Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα
Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε
Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–
Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα
Αλλιώς ασυνεπές
Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,
Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως , τώρα περπατώ
Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη
Παρόλ` αυτά συνετή, αγνοώντας

Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει
Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας
Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο
Ώστε ν` αδράξει τις αισθήσεις μου, ν` ανασηκώσει
Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει

Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο
Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη,
Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή
Της κόπωσης,
Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,

Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,
Αν σ` αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά
Τεχνάσματα ακτινοβολίας θάυματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,
Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,
Γι` αυτή τη σπάνια, τυχαία κάθοδο.
SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Εκδόσεις Κέδρος 2003



Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

ΚΟΛΟΣΣΟΣ

Ποτέ δεν θα μπορέσω να σε συναρμολογήσω ολοκληρωτικά,
Κάθε κομμάτι, όπως πρέπει κολλημένο και συναρμοσμένο.
Γκαρίσματα, γρυλίσματα  γουρουνιών και αισχρά κακαρίσματα
Εξέρχονται από τα παχιά σου χείλη..
Είναι χειρότερα κι από σταύλο.

Ίσως θεωρείς τον εαυτό σου ένα μαντείο,
Επιστόμιο για τους νεκρούς, ή για κάποια θεότητα.
Τριάντα χρόνια τώρα είναι που μοχθώ
Να στεγνώσω τις λάσπες από το λαιμό σου.
Δεν έγινα σοφότερη.

Αναρριχώμαι σε μικρές σκαλωσιές με τα δοχεία της κόλλας και τους κουβάδες με τη λαζολίνη
Έρπω σαν μυρμήγκι που θρηνεί
Πάνω από τις χορταριασμένες εκτάσεις των φρυδιών σου
Να επισκευάσω τις τεράστιες πλάκες του κρανίου σου
Και να καθαρίσω τους γυμνούς λευκούς τύμβους των ματιών σου.

Ένας γαλάζιος ουρανός βγαλμένος από την Ορέστεια
Ορθώνεται σαν αψίδα από πάνω μας . Ω πατέρα, είσαι από μόνος σου
Ρωμαλέος και ιστορικός σαν Ρωμαική Αρένα.
Στρώνω για το γεύμα μου πάνω σ` ένα λόφο με μαύρα κυπαρίσσια.
Τα διαμπερή σου κόκκαλα και ακάνθινα μαλλιά είναι σκορπισμένα

Με την γνωστή  τους αναρχία στην γραμμή του ορίζοντα.
Χρειάζεται κάτι πιο δυνατό από το χτύπημα ενός κεραυνού
Για να δημιουργήσει ένα τέτοιο ερείπιο.
Τις νύχτες, φωλιάζω στο κέρας της Αμάλθειας
Του αριστερού σου αυτιού, μακριά από τον άνεμο,

Μετρώντας τα κόκκινα άστρα κι εκείνα που έχουν το χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει από την πύλη της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου νυμφεύονται τη σκιά.
Δεν αφουγκράζομαι πια για το τρίξιμο μιας καρίνας
Πάνω στις γυμνές πέτρες της αποβάθρας.
SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Εκδόσεις Κέδρος 2003


Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

Η ΠΤΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

Ι
δεν είναι η πτήση
ταπεινό ενδιαίτημα της αθανασίας
που διογκώνει τη ζήση
και την υλοποιεί
είναι η λαχτάρα για την πτήση
το παιδιόθεν όνειρο
το τρίξιμο του ανέμου
στις φτερούγες
ενώ καταπίνεις όνειρα
στην καρμική ενόραση του μέλλοντος
μετά ξυπνάς
και βλέπεις τις εφηβικές σου φλέβες κιρσούς
τα μπλε μάτια θύελλες
και στο στήθος σου στρωμένο χιόνι
- αν και κάτω απ΄ το χιόνι
το φτέρωμα ιδρωμένο και καυτό –
ΙΙ
δυνατός
ο απύθμενος λιμός των χυμών
οδηγεί τους αδένες
σε μια κοσμική μετουσίωση
δίχως ηλικιακές αφορμές και επιφυλάξεις
ο έρωτας είναι πουλί
και ο χειμώνας του κορμιού
είναι μια ξόβεργα
όμως και μετά θάνατον
αφήνει ο πόθος λίγη καυτή τέφρα
ΙΙΙ
στη σφεντόνα της μέρας
κι αν τεντώθηκες
υπέργειο άροτρο
το λευκό σε τύφλωσε
ηλιοσυλλέκτης
ένα μάτσο κόκαλα
σε ένα λιβάδι ασβεστίου
πως να διαχωρίσεις το σάκο σου
απ΄ το σωρό;
ΙV
διπλωμένος ο καρπός
στη φρέσκια κάψα
αντηχεί
στολίδια ήχου και λυγμών
συμπτύσσει
τη ζωή που προηγήθηκε
τη ζωή που ετοιμάζεται ν΄ ανθίσει
               Κ.ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

ΜΟΝΑΞΙΑ















Μέσα στη μοναξιά μου είναι ένα σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ
Με μέσα μου τη μοναξιά μου
Όπου βρίσκεται το σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου.
ΑΡΓ. ΧΙΟΝΗΣ