Ο κυνηγάρης σκύλος όταν Δεν έχει τίποτα να κυνηγήσει Κυνηγάει την ουρά του Όταν την πιάσει γίνεται ένα Μηδενικό που όλο μικραίνει Γιατί την τρώει την ουρά του Κι ύστερα αρχίζει το κορμί να τρώει Ώσπου να φτάσει στο λαιμό στην κεφαλή και στο μουσούδι Ο κυνηγάρης σκύλος όταν Δεν έχει τίποτα να κυνηγήσει Τελειώνει μέσα στις μασέλες του.
Είμαι δυστυχισμένος γύρω μου Συμβαίνουν ποιήματα συμβαίνουν άστρα Συμβαίνουν λουλούδια κι άλλα Ουράνια σώματα κι επίγειοι γαλαξίες Κι υπόγειοι ποταμοί κι εγώ δεν είμαι Παρά ένας ψαράς στην όχθη του εαυτού του Ρίχνω τ’ αγκίστρι και δε βγάζω Παρά τ’ αγκίστρι ούτε ένα ψάρι Ψάρι πίστη ψάρι σύμβολο ούτε ένα -Κι αυτό’ ναι το χειρότερο – Ψάρι ελπίδα για την πείνα μου
Είμαι η λυκοπαγίδα κι είμαι ο λύκος που πιάστηκε σ’ αυτή Κανένας δεν το βλέπει δεν το ξέρει Ούτε εκείνοι που με χαιρετούν από μακριά Ούτε αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν ή μου σφίγγουνε το χέρι Τόσο έντεχνα έχω πνίξει μέσα μου το ουρλιαχτό Του θριάμβου το ουρλιαχτό του πόνου Κυκλοφορώ ανάμεσά τους μ’ άνεση φορώντας Το πιο αδιάφορο χαμόγελο το πιο καθημερινό Ενώ οι δαγκάνες μου χώνονται βαθιά Όλο και πιο βαθιά μες στα πλευρά μου ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ (από την ποιητική συλλογή ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)
Είπες βαθιά θα σκάψεις μες στον εαυτό σου, να τον γνωρίσεις, να τον καταχτήσεις ίσως. Μα τι νόμισες πως είναι ο εαυτός σου, ορυχείο στοές ν’ ανοίγεις και ν’ αναζητάς φλέβες χρυσάφι, φλέβες κάρβουνο! Ή μήπως νόμισες πως είναι χώρος αρχαιολογικός που κρύβει μέσα του στρώματα- στρώματα πολιτισμούς χαμένους. Ένα κομμάτι πονεμένη σάρκα είσαι κι όσο κι αν σκάψεις μέσα σου βαθιά δε θα ’βρεις παρά αίμα σκοτωμένο κι αίμα ζωντανό και τρόμο για το σκοτωμένο αίμα… Χρόνια τον καρτερούσες τον εχθρό με τ’ αυτί κολλημένο στη Γη για ν’ ακούσεις τον ήχο του καλπασμού του μη σε βρει ο ερχομός του ανέτοιμο… Η δύναμή σου όλη όλη η ζωή σου συγκεντρώθηκε σε τούτο το αυτί… Ξεσκέπασε το κρανίο σου κι άφησε τη βροχή να σου πλύνει τη σκέψη για ν’ αρχίσεις καθαρά να εννοείς όχι μονάχα αυτό που είναι ο κόσμος αλλά κι αυτό που δεν είναι.. ΑΡΓ. ΧΙΟΝΗΣ
Είμαι ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου!.. Τι το ’θελα αυτό το κατακόρυφο ταξίδι; Δεν θα ’τανε πιο καλά να μείνω εκεί στη σιγουριά του λαβυρίνθου; Τι το ’θελα τα μάτια να σηκώνω προς τον ήλιο, με κέρινο μυαλό να κάνω όνειρα φωτιάς!.. Για την ώρα είμαι ακόμα ασαφής, μια ανώριμη αχνή ιδέα πιθανού ποιήματος, μ’ αφήνεις μέσα στη σκέψη σου να ωριμάσω πριν μ’ εκφράσεις… [κτερίσματα από τους ΤΥΠΟΥΣ ΤΩΝ ΗΛΩΝ του Αργύρη Χιόνη]
Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά απο θηρίο της ερήμου ζώο την έκανε, οικόσιτο κι ήτανε τρυφερη και διακριτική και στην αφή τόσο απαλή πιο απαλή ακόμα κι απο γάτα. Τώρα, πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά τον κατασπάραξε, κανείς δεν ξέρει. ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ