Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016
ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙΣ
Ναι, δεν έχει να κάνει
με το να βρεις να ξαποστάσεις,
να εγκατασταθείς.
Η εγκατάσταση θέλει βιβλία,
πολλά βιβλία, πολλές ώρες
να τις περνάς με άλλους.
Ενώ η εφευρετικότητα θέλει
λιτά δωμάτια
μία καρέκλα ένα τραπέζι ένα τετράδιο
δύο πουκάμισα, δύο παντελόνια όχι τρία
και καθαρά εσώρουχα
τόσα ώστε να τα χωράς
μεμιάς σ’ ένα σακίδιο μονίμως έτοιμο
για τη φυγή.
Ζητά να απεκδύεσαι το βάρος
γνωστών συντεταγμένων
των εξηγήσεων που τις ακολουθούν
ζητά να διαζευχθείς τα πάντα
βιβλία πιάνα οικογένεια
προς χάριν ενός δωματίου
γυμνού και δίχως πλαίσια.
Τα έπιπλα του νου φτάνουν και περισσεύουν.
ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΓΛΥΝΙΑΔΑΚΗ
(από τη συλλογή "Αστικά ερείπια (και αντιπερισπασμοί)", εκδ. Πόλις, 2013)
Ετικέτες
ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΓΛΥΝΙΑΔΑΚΗ
Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016
ΕΞΙ ΒΔΟΜΑΔΕΣ
Έξι βδομάδες κιόλας, κι άλλες δεκαπέντε ακόμα
Μέρες ατέλειωτες! Μες στους ανθρώπινους καημούς,
Βέβαια, καημός πικρός ωσάν το χωρισμό δεν είναι!
Γράφεις, σου γράφουν, λες πως αγαπάς, πως σ’ αγαπούνε,
Το βλέμμα, κάθε μέρα, τις κινήσεις, τη φωνή Του πλάσματος φέρνεις στο νου που ’ναι όλη η ύπαρξή σου,
Το βλέμμα, κάθε μέρα, τις κινήσεις, τη φωνή Του πλάσματος φέρνεις στο νου που ’ναι όλη η ύπαρξή σου,
Ώρες μ’ εκείνον μοναχός μιλάς που είναι μακριά.
Μα ό,τι κι αν αισθανθείς κι ό,τι κι αν στοχαστείς και όλα όσα
Μ’ εκείνον πεις που βρίσκεται μακριά σου, είναι όλα αυτά
Άτονα κι άχρωμα και μελαγχολικά πιστά.
Άτονα κι άχρωμα και μελαγχολικά πιστά.
Ω! η απουσία! η πιο σκληρή απ’ τις δυστυχίες όλες!
Στις λέξεις και στις φράσεις να ζητάς παρηγοριά,
Στο άπειρο μέσα πλήθος των θλιμμένων στοχασμών σου,
Κι ό,τι θα βρεις, ανούσιο πάντα να ’ναι και πικρό!
Κι ύστερα, να, αιχμηρή και κρύα ωσάν λεπίδι,
Γοργότερη από τα πουλιά, κι από τις σφαίρες πιο γοργή,
Κι απ’ το νοτιά στη θάλασσα κι απ’ τ’ αγριοφύσημά του,
Και μ’ ένα δηλητήριο στην αιχμή θανατερό,
Να, όμοια με βέλος, που έρχεται στο τέλος η Υποψία,
Ξαπολυμένη από την άθλια Αμφιβολία τη βδελυρή.
Μπορεί ποτέ; Ενώ στο τραπέζι ακουμπισμένος,
Το γράμμα της με δάκρυα το διαβάζω εγώ,
Το γράμμα της που όλο για την αγάπη της μου λέει,
Την ώρα εκείνη η σκέψη της να ’ναι δοσμένη αλλού;
Ποιος ξέρει: Ενώ για μένα αργές εδώ και θλιβερές
Κυλούν οι μέρες, σαν ποτάμι μ’ όχθες ξεραμένες,
Ίσως να χαμογέλασε το χείλι της τ’ αγνό;
Ίσως να ’ναι χαρούμενη και να με λησμονάει;
Και μελαγχολικός το γράμμα της ξαναδιαβάζω.
ΠΩΛ ΒΕΡΛΑΙΝ
Μετάφραση: Κλέων Β. Παράσχος
Ετικέτες
ΠΩΛ ΒΕΡΛΑΙΝ
Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016
ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΜΑΣ ΚΟΥΠΙΑ
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε.
Η θάλασσα που μας πίκρανε είναι βαθιά κι ανεξερεύνητη
και ξεδιπλώνει μιαν απέραντη γαλήνη.
Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια.
Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε.
Ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά.
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ
Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016
ΕΛΑ

Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ετικέτες
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016
ΧΕΙΡΟΣ ΜΑΝΤΕΙΕΣ

Τι σου φταίνε τα χέρια κι οι γραμμές
σκύψε να χορτάσεις χαράδρες.
Η μοίρα είναι μια έξυπνη γριά
με όλα της τα δόντια
στρώνει το τσεμπέρι και βγαίνει για λάχανα
να φτιάξει την ώριμη πίτα.
Στο σπίτι της μαζεύονται οι νεότεροι
πίνουν τα γηρατειά στο ποτήρι
τα χαμόγελα δυσκολεύονται στις συζεύξεις
και τα ζωνάρια λύνονται
τον μουσαμά τον σκίζει ο αέρας
περνά και το κουνάβι πότε πότε απ’ το κοτέτσι.
Ήταν κι ο παντοπώλης με το τρίκυκλο
που αφαίρεσε κάποια χωριά από το δρομολόγιο.
Ανέχεια, είπε πως τα τάλιρα γλίστρησαν στις χαράδρες
κρεμάστηκαν στο γενεαλογικό δέντρο
και τέρμα τα δίφραγκα.
ΑΘ. ΤΙΤΑΚΗ
Ετικέτες
ΑΘ. ΤΙΤΑΚΗ
Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016
Κυριακή
Δεν σημαίνει Κυριακή η αγάπη σου
όσο κι αν τη θυμιατίζω.
όσο κι αν τη θυμιατίζω.
Σ. ΔΟΥΜΟΥ
Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016
Ξημέρωνε
«Ξημέρωνε κι ήταν κ’ οι δυο τους
ασπροντυμένοι
κελαηδούσε απ’ όξω ο τόπος
«Τα πουλιά» ψιθύρισε ο Μαχάτμα
Ο Λένιν χαμογέλασε καλόκαρδα διορθώνοντας
«Μυδράλια».
Ν. Καρούζος
ασπροντυμένοι
κελαηδούσε απ’ όξω ο τόπος
«Τα πουλιά» ψιθύρισε ο Μαχάτμα
Ο Λένιν χαμογέλασε καλόκαρδα διορθώνοντας
«Μυδράλια».
Ν. Καρούζος
Ετικέτες
Ν. ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


