Ι
δεν είναι η πτήση
ταπεινό ενδιαίτημα της αθανασίας
που διογκώνει τη ζήση
και την υλοποιεί
είναι η λαχτάρα για την πτήση
το παιδιόθεν όνειρο
το τρίξιμο του ανέμου
στις φτερούγες
ενώ καταπίνεις όνειρα
στην καρμική ενόραση του μέλλοντος
μετά ξυπνάς
και βλέπεις τις εφηβικές σου φλέβες κιρσούς
τα μπλε μάτια θύελλες
και στο στήθος σου στρωμένο χιόνι
- αν και κάτω απ΄ το χιόνι
το φτέρωμα ιδρωμένο και καυτό –
ΙΙ
δυνατός
ο απύθμενος λιμός των χυμών
οδηγεί τους αδένες
σε μια κοσμική μετουσίωση
δίχως ηλικιακές αφορμές και επιφυλάξεις
ο έρωτας είναι πουλί
και ο χειμώνας του κορμιού
είναι μια ξόβεργα
όμως και μετά θάνατον
αφήνει ο πόθος λίγη καυτή τέφρα
ΙΙΙ
στη σφεντόνα της μέρας
κι αν τεντώθηκες
υπέργειο άροτρο
το λευκό σε τύφλωσε
ηλιοσυλλέκτης
ένα μάτσο κόκαλα
σε ένα λιβάδι ασβεστίου
πως να διαχωρίσεις το σάκο σου
απ΄ το σωρό;
ΙV
διπλωμένος ο καρπός
στη φρέσκια κάψα
αντηχεί
στολίδια ήχου και λυγμών
συμπτύσσει
τη ζωή που προηγήθηκε
τη ζωή που ετοιμάζεται ν΄ ανθίσει
Κ.ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ
Μέσα στη μοναξιά μου είναι ένα σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ
Με μέσα μου τη μοναξιά μου
Όπου βρίσκεται το σπίτι
Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου.
ΑΡΓ. ΧΙΟΝΗΣ
Ο κυνηγάρης σκύλος όταν
Δεν έχει τίποτα να κυνηγήσει
Κυνηγάει την ουρά του
Όταν την πιάσει γίνεται ένα
Μηδενικό που όλο μικραίνει
Γιατί την τρώει την ουρά του
Κι ύστερα αρχίζει το κορμί να τρώει
Ώσπου να φτάσει στο λαιμό στην κεφαλή και στο μουσούδι
Ο κυνηγάρης σκύλος όταν
Δεν έχει τίποτα να κυνηγήσει
Τελειώνει μέσα στις μασέλες του.
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ
Είμαι δυστυχισμένος γύρω μου
Συμβαίνουν ποιήματα συμβαίνουν άστρα
Συμβαίνουν λουλούδια κι άλλα
Ουράνια σώματα κι επίγειοι γαλαξίες
Κι υπόγειοι ποταμοί κι εγώ δεν είμαι
Παρά ένας ψαράς στην όχθη του εαυτού του
Ρίχνω τ’ αγκίστρι και δε βγάζω
Παρά τ’ αγκίστρι ούτε ένα ψάρι
Ψάρι πίστη ψάρι σύμβολο ούτε ένα
-Κι αυτό’ ναι το χειρότερο –
Ψάρι ελπίδα για την πείνα μου
Είμαι η λυκοπαγίδα κι είμαι ο λύκος
που πιάστηκε σ’ αυτή
Κανένας δεν το βλέπει δεν το ξέρει
Ούτε εκείνοι που με χαιρετούν από μακριά
Ούτε αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν ή μου σφίγγουνε το χέρι
Τόσο έντεχνα έχω πνίξει μέσα μου το ουρλιαχτό
Του θριάμβου το ουρλιαχτό του πόνου
Κυκλοφορώ ανάμεσά τους μ’ άνεση φορώντας
Το πιο αδιάφορο χαμόγελο το πιο καθημερινό
Ενώ οι δαγκάνες μου χώνονται βαθιά
Όλο και πιο βαθιά μες στα πλευρά μου
ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ (από την ποιητική συλλογή ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)
Είπες βαθιά θα σκάψεις μες στον εαυτό σου, να τον γνωρίσεις, να τον καταχτήσεις ίσως. Μα τι νόμισες πως είναι ο εαυτός σου, ορυχείο στοές ν’ ανοίγεις και ν’ αναζητάς φλέβες χρυσάφι, φλέβες κάρβουνο! Ή μήπως νόμισες πως είναι χώρος αρχαιολογικός που κρύβει μέσα του στρώματα- στρώματα πολιτισμούς χαμένους. Ένα κομμάτι πονεμένη σάρκα είσαι κι όσο κι αν σκάψεις μέσα σου βαθιά δε θα ’βρεις παρά αίμα σκοτωμένο κι αίμα ζωντανό και τρόμο για το σκοτωμένο αίμα… Χρόνια τον καρτερούσες τον εχθρό με τ’ αυτί κολλημένο στη Γη για ν’ ακούσεις τον ήχο του καλπασμού του μη σε βρει ο ερχομός του ανέτοιμο… Η δύναμή σου όλη όλη η ζωή σου συγκεντρώθηκε σε τούτο το αυτί… Ξεσκέπασε το κρανίο σου κι άφησε τη βροχή να σου πλύνει τη σκέψη για ν’ αρχίσεις καθαρά να εννοείς όχι μονάχα αυτό που είναι ο κόσμος αλλά κι αυτό που δεν είναι..
ΑΡΓ. ΧΙΟΝΗΣ
Είμαι ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου!.. Τι το ’θελα αυτό το κατακόρυφο ταξίδι; Δεν θα ’τανε πιο καλά να μείνω εκεί στη σιγουριά του λαβυρίνθου; Τι το ’θελα τα μάτια να σηκώνω προς τον ήλιο, με κέρινο μυαλό να κάνω όνειρα φωτιάς!.. Για την ώρα είμαι ακόμα ασαφής, μια ανώριμη αχνή ιδέα πιθανού ποιήματος, μ’ αφήνεις μέσα στη σκέψη σου να ωριμάσω πριν μ’ εκφράσεις…
[κτερίσματα από τους ΤΥΠΟΥΣ ΤΩΝ ΗΛΩΝ του Αργύρη Χιόνη]