...Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.
Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
και να γράψω αυτό το ποίημα
τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
σε ηλιόλουστη μετάφραση.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ "Μεταφράζοντας σε έρωτα το τέλος της ζωής" Κ. ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ
χρειάζεται
πολλή
απελπισία
δυσαρέσκεια
και
απογοήτευση
για να
γράψεις
λίγα
καλά
ποιήματα.
δεν
μπορεί
ο καθένας
ούτε να
την
γράψει
ούτε να
την
διαβάσει.
Charles Bukowski(1920-1994)
Ελλάδα μη γαμήσω το στοματικό σου στάδιο
φαγητό λόγια ξερατό και ποιήματα εκεί που
όλα καλούνε το καλάσνικωφ να κελαηδήσει
για να μας βγάλει απ’ την κατάρα της γραφής
με τη σοφία που η Μαρία λέει όταν της δείχνουν
τα ωραία γραφτά των παιδιών: Δώσαμε δώσαμε.
Δεν θέλω ποιήματα, δεν θ’ αφήσω ούτε λέξη να
έχουν τα παιδιά μου εμπόδιο στο μέλλον τους
παρά μονάχα έναν απλό κανόνα όπου η λέξη
θα έχει την αξία της δέσμευσης ή αλλιώς σιωπή
μακριά από τα στόματα, στα χέρια, στο κορμί
χέρια και πλάτη έχει ανάγκη το μέλλον του κόσμου
όχι αυτά τα γαμημένα λόγια μου τ΄ ανήμπορα
να δώσουν μια προοπτική αξιοπρέπειας στα ερχόμενα.
Μη με διαβάζετε λοιπόν, δεν έλειψαν τα λόγια
φύγετε από δω, μακριά, όχι με φαγητό και λόγια
ξερατά και ποιήματα, μα ένα ελάχιστο της πράξης
που επιτέλους στη ζωή αληθινά να τ’ ανασταίνει.
Ένας κατάδικος υπήρξα λέξεων προς ποιήματα
γι’ αυτό ζητάω από το μέλλον σας συγγνώμη.
Πρέπει να σε φροντίσω πιο πολύ.
Να ξαναρχίσω να σου λέω τα μυστικά μου
και να κοιμάμαι κολλημένος στο σώμα σου
το βράδυ όπως παλιά.
Στ’ αυτί σου πρέπει τα χείλη μου ν’ αγγίξω
και σ’ αγαπώ να ψιθυρίσω
με τέτοιο τρόπο που να το πιστέψεις
σαστισμένη να με κοιτάξεις
ν’ αφήσεις τα μάτια σου να μουσκέψουν
την δεξιά παρειά μου
με τα δάκρυά σου να ρέουν
προς το στόμα μου μετά από τόσα χρόνια.
Στην ίδια στάση να ξυπνήσω το πρωί
να βγω στην αγορά να σ’ αγοράσω
κουβάρια μάλλινη κλωστή
για να πλέκεις ζακέτες καθότι χειμώνας
το σπίτι ψηλοτάβανο κι η σόμπα φέτος δεν θ’ ανάψει.
Πρέπει να σου γελάω πιο πολύ
ποιήματα καινούργια να σου γράψω
και ιστορίες να σ’ αφηγηθώ
με ήλιους και σιτοβολώνες
σ’ ένα ψέμα να σε τυλίξω και να σ’ αφήσω
να πιστέψεις ότι κέρδισες
μια ακόμη μέρα ευτυχίας.
Μετά, θα φέρω τον σιδερά
να κλείσει ερμητικά την μπαλκονόπορτα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ
Αν ήξερες ότι ήμουν γυάλινη
δεν θα με πετούσες στον τοίχο
Θα περίμενες να μεγαλώσω
Κι αν ήξερα ότι θα πεθάνεις
θα σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
Αλλά αν σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
δεν θα πέθαινες. Θα ήσουν στο διπλανό δωμάτιο...
.............................................................
Νίκη Χαλκιαδάκη
«Αυτά που μ’ αρέσουν είναι η μοναξιά μου. Δεν σιμώνει κανένας. Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές, αλλά φρέσκες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού. Δεν σιμώνει κανένας. Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό και αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα ‘χα πεθάνει της πείνας. Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ, ποτέ όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν. Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα και οι αναστεναγμοί (τ’ αντίγραφα, όχι τα πρωτότυπα) όπως και οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων — αλίμονο. Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά. Και τα χρόνια περνούν.»
Οδυσσέας Ελύτης
Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά
απο θηρίο της ερήμου ζώο
την έκανε, οικόσιτο
κι ήτανε τρυφερη και διακριτική
και στην αφή τόσο απαλή
πιο απαλή ακόμα κι απο γάτα.
Τώρα, πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά
αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά
τον κατασπάραξε,
κανείς δεν ξέρει.
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ