Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ




«Αυτά που μ’ αρέσουν είναι η μοναξιά μου. Δεν σιμώνει κανένας. Χρόνια τώρα περνάω τις ώρες μου συντροφιά με κάτι μεγάλες μισοσβησμένες νωπογραφίες, εικόνες παλιές, αλλά φρέσκες ακόμη από τα χείλη εκείνων που τις ασπάστηκαν, γυναίκες της αμιλησιάς και του κοντού χιτώνα που φυλάγουν το κουτί με τα διαμαντικά του ωκεανού. Δεν σιμώνει κανένας. Αν δεν είχα κάτι το πολύ δυνατό και αθώο συνάμα να με συντηρεί, όπως οι μέντες και οι λουίζες που ευδοκιμούν στον εξώστη μου, θα ‘χα πεθάνει της πείνας. Τόσο μακριά βρίσκομαι από τα πράγματα, τόσο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι. Ξυπνάω τις νύχτες ανήσυχος για κάποιαν απόχρωση του μωβ, ποτέ όμως για το τι μπορεί να γίνεται στα εμπορεία της Αγοράς. Αλήθεια, δεν έχω ιδέαν. Ακούω πως έχουν πάντα μεγάλη πέραση τα δάκρυα και οι αναστεναγμοί (τ’ αντίγραφα, όχι τα πρωτότυπα) όπως και οι διακυμάνσεις του δολαρίου, ο πληθωρισμός, οι συναλλαγές των κομμάτων — αλίμονο. Μ’ έφαγε, όπως τις καρένες των καϊκιών ο αρμόβουρκος, η μοναξιά. Και τα χρόνια περνούν.»

Οδυσσέας Ελύτης

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

ΚΑΠΟΙΟΣ




Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά
απο θηρίο της ερήμου ζώο
την έκανε, οικόσιτο
κι ήτανε τρυφερη και διακριτική
και στην αφή τόσο απαλή
πιο απαλή ακόμα κι απο γάτα.

Τώρα, πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά
αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά
τον κατασπάραξε,
κανείς δεν ξέρει.

                        ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΜΟΝΟΣ

«Ο μόνος μόνος περπατά
και μοναχός κοιμάται
για δυο πονάει κι αγαπά
για τέσσερις θυμάται





Ο μόνος μόνος του κερνά
και πίνει στην υγειά του
σαν δυο πλαγιάζει και ξυπνά
στην άδεια αγκαλιά του

Ο μόνος μόνος δεν μπορεί
και άλλον δεν αντέχει
ο πόνος του οπλοφορεί
και άδεια δεν έχει

Ο μόνος μόνος του μιλά
και μοναχός δειπνάει
τη νύχτα ψάχνει για δουλειά
τη μέρα ξενυχτάει»

                                       Μιχάλης Γκανάς

Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ





Αρρώστησα από μοναξιά μητέρα,
αρρώστησα από το κρύο φως των αστεριών
που εισβάλλει κάθε νύχτα μες στο αίμα μου
κι αρχίζω να πετώ,
πετώ χωρίς ελπίδα
βλέπω τα σπίτια ολοσκότεινα, κλειστά
και τον αγαπημένο να κοιμάται μαγεμένος
βλέπω ζητιάνους στα πάρκα
να φεγγίζουνε
σαν πλάσματα από φώσφορο
ψηλά στα δέντρα τις τρέσες του κακού
και στους νερόλακκους διαμάντια.
Δεν έχω πού να πάω, μητέρα,
το σπίτι, το πηγάδι και τον κήπο
τα σήκωσε ένας στρόβιλος από φωνές
τα πήρε ένας χειμώνας στοιχειωμένος
και τα σκόρπισε
πέρα απ’ τους χάρτες
στους πάγους των δακρύων.

Αρρώστησα από μοναξιά, μητέρα
έβγαλα ράμφος
εκεί που ήταν παλιά η πληγή του στόματος
έβγαλα απαίσια φτερά από μεμβράνη
δηλητηριώδη αγκάθια γύρω από τα δάχτυλα
τρέμω από πυρετό τις νύχτες στο ταβάνι
και πνίγω ό, τι αγαπώ
                                    
                                  Κατερίνα Καριζώνη

Το όνειρο του Φασουλή




Θα γλιστρήσω έξω μπροστά στην αυλαία,
προσέχοντας πολύ να μην μπερδέψω τα σκοινιά μου
καθώς θα πέφτω
θα χτυπήσω τα κουδουνάκια μου (χαρούμενα)
θα βγάλω το καπέλο μου
και πριν ο κουκλοπαίκτης καταλάβει τι συμβαίνει
θα μιλήσω με τη δική μου φωνή,
ξέρετε,
τη δική μου φωνή,
που θα βγαίνει από το δικό μου κεφάλι
για πρώτη και τελευταία φορά,
γιατί μετά θα με βάλουν πάλι πίσω στο κουτί,
τυλιγμένο σε λεπτό χαρτί.
Θα πω αυτό που ήθελα να πω
μιαν ολόκληρη ξύλινη αιωνιότητα.
Θα το πω, όσο γελοία
κι αν ηχήσει η φωνίτσα μου, όσο τσιριχτή.
Θα πω το πιο σημαντικό, το πιο σοβαρό πράγμα,
Θα πω το ρόλο μου…
Μπορεί να ακουστεί.
Μπορεί κάποιος να τον προσέξει.
Μπορεί να μην γελάσουν.
Μπορεί να πιάσει στα παιδιά
και να ενοχλήσει τους μεγάλους.
Μπορεί ν’ αλλάξει τα χρώματα στο σκηνικό.
Μπορεί να σκευρώσει το κοντραπλακέ
και τις σκιές των προβολέων. Μπορεί ν’ ανατρέψει
τον νόμο της σχετικότητας.
Θα πω…Καλησπέρα σας παιδιά, τώρα που είμαστε μαζί
πείτε γεια σου και χαρά σου στον καλό σας Φασουλή!



MIROSLAV HOLUB (1923-1998)

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Προσωπικό

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.





Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Μιχάλης Γκανάς

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Αφήγηση















Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ