Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΣΩΜΑ



















Τοῦτο τὸ σῶμα ποὺ ἔλπιζε σὰν τὸ κλωνὶ ν᾿ ἀνθίσει
καὶ νὰ καρπίσει καὶ στὴν παγωνιὰ νὰ γίνει αὐλὸς
ἡ φαντασία τὸ βύθισε σ᾿ ἕνα βουερὸ μελίσσι
γιὰ νὰ περνᾶ καὶ νὰ τὸ βασανίζει ὁ μουσικὸς καιρός.

Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Ὁ γυρισμὸς τοῦ ξενιτεμένου



















- Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ἦρθες
μὲ εἰκόνες ποὺ ἔχεις ἀναθρέψει
κάτω ἀπὸ ξένους οὐρανοὺς
μακριὰ ἀπ᾿ τὸν τόπο τὸ δικό σου.

- Γυρεύω τὸν παλιό μου κῆπο·
τὰ δέντρα μοῦ ἔρχουνται ὡς τὴ μέση
κι οἱ λόφοι μοιάζουν μὲ πεζούλια
κι ὅμως σὰν ἤμουνα παιδὶ
ἔπαιζα πάνω στὸ χορτάρι
κάτω ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἴσκιους
κι ἔτρεχα πάνω σὲ πλαγιὲς
ὥρα πολλὴ λαχανιασμένος.

- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις·
θ᾿ ἀνηφορίσουμε μαζὶ
στὰ γνώριμά σου μονοπάτια
θὰ ξαποστάσουμε μαζὶ
κάτω ἀπ᾿ τὸ θόλο τῶν πλατάνων
σιγὰ-σιγὰ θὰ ῾ρθοῦν κοντά σου
τὸ περιβόλι κι οἱ πλαγιές σου.

- Γυρεύω τὸ παλιό μου σπίτι
μὲ τ᾿ ἀψηλὰ τὰ παραθύρια
σκοτεινιασμένα ἀπ᾿ τὸν κισσὸ
γυρεύω τὴν ἀρχαία κολόνα
ποὺ κοίταζε ὁ θαλασσινός.
Πῶς θὲς νὰ μπῶ σ᾿ αὐτὴ τὴ στάνη;
οἱ στέγες μου ἔρχουνται ὡς τοὺς ὤμους
κι ὅσο μακριὰ καὶ νὰ κοιτάξω
βλέπω γονατιστοὺς ἀνθρώπους
λὲς κάνουνε τὴν προσευχή τους.

- Παλιέ μου φίλε δὲ μ᾿ ἀκοῦς;
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
τὸ σπίτι σου εἶναι αὐτὸ ποὺ βλέπεις
κι αὐτὴ τὴν πόρτα θὰ χτυπήσουν
σὲ λίγο οἱ φίλοι κι οἱ δικοί σου
γλυκὰ νὰ σὲ καλωσορίσουν.

- Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεσαι στὸ χῶμα.

- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγὰ-σιγὰ θὰ συνηθίσεις
ἡ νοσταλγία σου ἔχει πλάσει
μιὰ χώρα ἀνύπαρχτη μὲ νόμους
ἔξω ἀπ᾿ τὴ γῆς κι ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους.

- Πιὰ δὲν ἀκούω τσιμουδιὰ
βούλιαξε κι ὁ στερνός μου φίλος
παράξενο πὼς χαμηλώνουν
ὅλα τριγύρω κάθε τόσο
ἐδῶ διαβαίνουν καὶ θερίζουν
χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα.

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ    Ἀθήνα, ἄνοιξη ῾38

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Το βάθρο















Την κοίταξε στα μάτια
και βούρκωσε:
« Σε λατρεύω », της είπε.
Κι αυτή ελαμψε.
Μετά της έφτιαξε
ένα βάθρο
από ελεφαντοστό.
Με φύλλα χρυσού
στα ωραία της πόδια
τα λευκά σαν πορσελάνη.
Και την έβαλε να ζει εκεί πάνω
ψηλά
μόνη κι έρημη
κι αυτή μαράζωνε
μα δεν άλλαζε στάση
δεν έχανε την πόζα της
την άψογη
μόνο την ψυχή της έχανε.
Στη νέα σελήνη
της άναβε στα πόδια
θυμιάματα
και θυσίαζε μικρά παραδείσια πτηνά
με προσευχές και ψαλμούς
Απαράμιλλους.

Πέρασαν τα χρόνια.

Μια Δευτέρα
ένα δάκρυ κύλησε
απ’ το άγαλμα της
τρεμόπαιξαν τα χείλη.
« μα είχες πει με λάτρευες », του είπε
« αλήθεια είναι » , απάντησε αυτός.

» Σε λατρεύω δεν σημαίνει σ’ αγαπώ
σημαίνει σε φοβάμαι και σε ακινητοποιώ ».

Μ. Μαργαρίτη

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Από τη ζωή μου μακριά















Πάρτε με φίλοι, φίλοι μου 
από τη ζωή μου μακριά
ολομόναχη δεν σας ακούω πια 
ξένους σας βλέπω
αλλού από μένα 
χωρίς εμένα χαρούμενοι 
χωρίς εμένα λυπημένοι
πάρτε με φίλοι, φίλοι μου 
από τη ζωή μου μακριά.
                Ρ.Κ.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Πάλι...
















Πάλι ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει ἐδῶ τὴν πύλη
Πάλι σηκώνει τὴ σημαία
Ἐμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβο
Τὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουν
Ἀστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μας
Ἡ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράει
Εἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσες
Κορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνε
Στὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοι
Εἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνε
Φλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουν
Εἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶν
Κι οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλι
Ὁλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ Θεὸς
Ἔχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε
           
                                           ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Κυριακή 10 Μαΐου 2015

«Λυπήσου»















«Λυπήσου εκείνους που πονούν,
βουβά κι ανώφελα, για κάτι,
και παίρνουν, για να λησμονούν,
της ζωής κάποιο άθλιο μονοπάτι•

λυπήσου αυτούς που έχουν χαθεί,
μες στη θλιμμένη ύπαρξή μας,
κι έγιναν αίνιγμα βαθύ,
μια και δεν είναι μεταξύ μας•

κι αυτόν, κι αυτόν που αναπολεί
τα περασμένα του λυπήσου•
μα όμως, ακόμα πιο πολύ,
τις ώρες της βαθιάς σιωπής σου,

λυπήσου αυτούς, που, μια φορά,
με φτερά ζούσαν, και τα χάνουν,
και δεν τους μένει άλλη χαρά,
παρά η χαρά πως θα πεθάνουν…»

                                   Ναπολέων Λαπαθιώτης

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Καλημέρα θλίψη

















Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έντομο που φωλιάζεις μέσα μου
κι ολονυχτίς καραδοκείς πότε θ’ ανοίξω μάτι…

Στην αρχή σ’ έχω λησμονήσει
κοιτάζω τις γραμμές του ταβανιού
άξαφνα πατείς και μπαίνεις
στη συνείδηση

Έρχεσαι να πικράνεις τον πρωινό καφέ
ν’ αποσπάσεις κάτι απ’ την ελάχιστη χαρά
του χεριού μου στο πόμολο του παραθύρου
φέρνεις ανωμαλίες στο νερό του μπάνιου
προκαλείς το πρώτο δυσάρεστο τηλεφώνημα
είσαι τέρας
μικροσκοπικός Μινώταυρος που ζητάει τροφή
και συντηρείται με το ελάχιστο.

Τρως τρως Μινώταυρε –
είναι σάρκες αυτές δεν είναι αέρας
έτσι που πας δε θ’ απομείνει τίποτε.
Γεια σου θλίψη
Καλημέρα θλίψη
έχεις εγκατασταθεί μονίμως μέσα μας
είσαι χειρότερη από τους ιούς και τους βακίλους
οι φιλόσοφοι σ’ εξετάζουν στο φασματοσκόπιο
έχεις δώσει λαβή σε μιαν εξαίρετη λογοτεχνία…»

Ο. Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος