Κυριακή 13 Απριλίου 2025

ΤΙ ΛΟΙΠΟΝ;












Τι λοιπόν, της ζωής μας το σύνορο

θα το δείχνη ένα ορθό κυπαρίσσι;


Κι' από ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίσαμε

τάφου γή θα μας έχη χωρίση;


Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε καί βλέπουμε

τούτο μόνο ζωή μας το λέμε;


Κι' αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε

καί χαμένο στους τάφους το κλαίμε;


Σ' ο,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε

της ζωής μας ο κόσμος τελειώνη;


Τίποτ'άλλο; Στερνό μας απόριμμα

τό κορμί που πετιέται και λυώνη;


Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο

μήπως κάτω απ' τους τάφους ανθίζη;


Κι'ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο

μήπως πέρα απ' τον τάφο αρχίζη;


Η ψυχή ταξειδεύτρα μεσ' τ'άπειρο

σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζη;


που ανεβαίνη στα νέφη απ' τα πέλαγα

κι'απ'τα νέφη στούς κάμπους σταλάζη;


Μήπως ο,τι θαρρούμε βασίλεμμα

γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;


Κι'αντί ν'άρθη μια νύχτα αξημέρωτη

ξημερώνει μιά αβράδυαστη μέρα;


Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο;

Κι'η ζωή μήπως κρύβη την πλάνη;


Ό,τι λέμε πως ζη μήπως πέθανε

κι'είναι αθάνατο ο,τι έχει πεθάνει;

Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ




Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025

ΜΟΝΑΧΑ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Υπάρχουν ερημικά κοιμητήρια,


Υπάρχουν ερημικά κοιμητήρια,

τάφοι γεμάτοι κόκκαλα δίχως ήχο,

η καρδιά διασχίζοντας μιά σήραγγα

σκοτεινή, σκοτεινή, σκοτεινή,

που στα ενδότερά της πεθαίνουμε, όπως σε ναυάγιο,

σα να καταποντιζόμασταν μες την καρδιά,

σα να κατρακυλούσαμε απ’ το δέρμα στην ψυχή.

Υπάρχουν πτώματα, υπάρχουν πόδια από γλοιώδη ψυχρή άργιλλο,

υπάρχει ο θάνατος μέσα στα κόκκαλα,

σαν ήχος καθαρός,

σαν υλακή δίχως σκυλί,

που αναδύεται μεσ’ από κάποιες καμπάνες, από κάποιους τάφους,

αυξαίνοντας μέσα στην υγρασία όπως τα δάκρυα ή η βροχή.

Βλέπω, μονάχος, καμιά φορά,

φέρετρα με ιστία,

να σαλπάρουν μαζί με χλωμούς πεθαμένους, και με γυναίκες που έχουν πλεξούδες νεκρές,

μαζί με ψωμάδες λευκούς σαν άγγελους,

μαζί με κορίτσια στοχαστικά παντρεμένα με συμβολαιογράφους,

φέρετρα ν’ αναπλέουν το κάθετο ποτάμι των νεκρών,

το μενεξεδένιο ποτάμι,

προς τα εκεί ψηλά, με τα ιστία φουσκωμένα από τον ήχο του θανάτου,

Στο ηχηρό ακρογιάλι φτάνει ο θάνατος

σαν ένα παπούτσι χωρίς πόδι, σαν ένα ένδυμα χωρίς άνθρωπο,

έρχεται να κτυπήσει μ’ ένα δαχτυλίδι χωρίς πέτρα και χωρίς δάχτυλο,

έρχεται να φωνάξει χωρίς στόμα, χωρίς γλώσσα, χωρίς λαρύγγι.

Τα βήματά μου ωστόσο αντηχούν

και η ενδυμασία μου αντηχεί, σιωπηλή, σαν ένα δέντρο.

Δεν ξέρω, λίγα καταλαβαίνω, μόλις βλέπω,

όμως θαρρώ πως το τραγούδι του έχει το χρώμα υγρής βιολέτας,

βιολέτας που έχει συνηθίσει το χώμα, γιατί το πρόσωπο του θανάτου είναι πράσινο,

και η ματιά του θανάτου είναι πράσινη,

με τη διαπεραστική υγρασία ενός φύλλου βιολέτας,

και το βαρύ του χρώμα ενός οργισμένου χειμώνα.

Όμως ο θάνατος προχωρεί ανάμεσα απ’ τον κόσμο μεταμφιεσμένος σε σάρωθρο,

γλύφει το έδαφος αναζητώντας πεθαμένους,

ο θάνατος βρίσκεται μέσα στο σάρωθρο,

είν’ η βελόνα του θανάτου αναζητώντας την κλωστή.

Ο θάνατος βρίσκεται μέσα στα κρεβάτια,

στα μαλακά τα στρώματα στις μαύρες κουβέρτες

ζει ξαπλωμένος, και ξαφνικά φυσάει :

φυσάει μ’ έναν ήχο ζοφερό που φουσκώνει τα σεντόνια,

και υπάρχουν κρεβάτια που ταξιδεύουν για ένα λιμάνι

όπου ο θάνατος περιμένει, με στολή ναυάρχου.


Πάμπλο Νερούδα, Ποιήματα»



Δευτέρα 24 Μαρτίου 2025

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ

 


Κι όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου,

ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου

που βγήκα μέσ’ απ’ το καπέλο του.

Τ. Λειβαδίτης 

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2025

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ


Όχι μόνο να ζήσεις μα ούτε και να πεθάνεις δεν μπορείς σ’ αυτήν την πολυκατοικία,

με τους τόσους αδιάφορους ενοίκους να δαιμονίζονται στα διπλανά διαμερίσματα

ή, ακόμα, α χτυπάνε τα ντουβάρια για να πάψουν τα μοιρολόγια της μάνας σου

που, σαν το χλωμό κερί, θα λιώνει κοντά σου.


Και το αγγελτήριο του θανάτου κολλημένο στην κοινή εξώθυρα,

ανάμεσα σ’ «Ενοικιάζεται» και σε «Πωλείται» χωρίς να ξέρει κανείς

που βρίσκεται το κουφάρι σου, ποια πόρτα πρέπει να χτυπήσει για να σ’ αποχαιρετήσει.


Κι αντί για χέρια ευλαβικά να σε μεταφέρουν, την ώρα

που το σπίτι ηρεμεί, σαν καράβι που βούλιαξε,

άβολα σφηνωμένος στο ασανσέρ να υποφέρεις

και πάλι ολομόναχος τις αλυσίδες και τα γρανάζια.


ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ

ΣΚΕΥΩΡΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ

Κάτω από ποιες συνθήκες ονειρεύεσαι

τους νεκρούς;

Τους σκέφτεσαι συχνά πριν αφεθείς στον ύπνο;

Ποιος εμφανίζεται πρώτος;

Είναι πάντοτε ο ίδιος;

Όνομα; Επώνυμο; Κοιμητήριο; Ημερομηνία θανάτου;


Σε ποιο πράγμα αναφέρονται;

Παλιά φιλία; Συγγένεια; Πατρίδα;

Λένε από πού έρχονται;

Και ποιος εκτός από σένα τους βλέπει στο όνειρό του;


Τα πρόσωπά τους είναι όπως στις φωτογραφίες τους;

Έχουν γεράσει καθόλου με τα χρόνια;

Δείχνουν ακμαίοι; Δείχνουν κατάχλωμοι;

Οι δολοφονημένοι, έχουν επουλώσει ως τώρα

τα τραύματά τους;

Θυμούνται ακόμα ποιος τους σκότωσε;


Τι κρατάνε στα χέρια τους; Να μας περιγράψεις

αυτά τα αντικείμενα.

Είναι μισοκαμμένοι; Γεμάτοι μούχλα;

Απανθρακωμένοι; Σε αποσύνθεση;

Και μες στα μάτια τους, τι βλέπεις: Ικεσία;

Απειλή;

Πιάνετε κουβέντα μόνο για τον καιρό;

Ή για λουλούδια; Πουλιά; Πεταλούδες;


Από την πλευρά τους δεν κάνουν αδέξιες

ερωτήσεις;

Κι αν κάνουν, τι αποκρίνεσαι;

Αντί να μένεις σιωπηλός για σιγουριά;

Ή αντί ν’ αλλάζεις με προφάσεις το θέμα

του ονείρου;

Ή αντί να ξυπνάς εγκαίρως;


Βισουάβα Σιμπόρσκα, Μετ: Βασίλης Καραβίτης

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Ο ΒΟΜΒΟΣ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Ψυχοσάββατο. Μα μην ανάψεις το καντήλι.

Θα μαζευτούνε γύρω του οι νεκροί μας

κι είναι τόσοι πολλοί. Θα γεμίσει

το σπίτι απ΄το βόμβο

που κάνουν αδιάκοπα, σα μέλισσες

όπου δεν ξεχωρίζει μήτε μια τους λέξη

γιατί ξέμαθαν πια να μιλούνε με λέξεις.


Ωστόσο θα αιστανθείς

εκείνη την επίμονη ικεσία τους

να τους χαρίσεις λίγο απ΄το χρόνο σου

να λουστούν μές΄ στη σκέψη σου

να ξεδιψάσουν στην ανάμνησή σου.


ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ

Ενθάδε κείται η ιδέα που σχημάτισα για τον εαυτό μου

Και μια φωνή μου ψιθυρίζει να’ ρθω εδώ να μείνω

Στο κοιμητήριο των καλών προθέσεων στον τάφο μιας ωραίας ελπίδας

Όπου θα καταθέσουνε στεφάνια οι ανθοδέσμες κι οι αυταπάτες


Ενθάδε κείται η ιδέα που είχα για τον εαυτό μου

Ολόκληρο ένα κεφάλαιο της ζωής μου είναι εδώ κλεισμένο

Όταν όλα πήγαιναν καλά κι ήτανε όλα ρόδινα

Μέσα στο βιβλίο που ήμουνα ο ίδιος, θύτης, θύμα κι αναγνώστης


Αλλά δεν ήρθε εγκαίρως ο εαυτός μου στο μέρος το καθορισμένο

Ίσως να σταμάτησε ένα ρολόι – κι ίσως αυτός που διάβαζε

Να πήδηξε μια σελίδα απ’ το βιβλίο και να τ’ άφησε

Ίσως ν’ άλλαξαν οι προφητείες και να σκοτείνιασαν οι οιωνοί-

Κι έμεινα με τη μετασχηματισμένη ιδέα του εαυτού μου


Και τώρα ενθάδε κείται ο θυρωρός της

σκέψης μου της κεντρικής

Με τα’ αντικλείδι μου στου νου το χέρι ο κλέφτης

Κι ο παλιατζής των αποφάσεων μου


Ενθάδε κείται ωραία προκλητική η σελίδα

Η χαμένη από τον εαυτό μου – αλλά κανείς δεν έμαθε

Ποτέ το πώς και το γιατί να σκίστηκε από το βιβλίο

Με τέτοιον τρόπο οριστικό και μυστηριώδη κι άγνωστο.


ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ, Ποιήματα 2, Ύψιλον 1987

ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Δεν πρόφτασα να ζήσω

Αλλά τουλάχιστον

Θα προλάβω να πεθάνω ζωντανός

Όχι νεκρός


Πάντα μπορούσα

Να ξεχωρίζω

Απ’ το σχολείο ακόμα

–Μικρός σαν πετραδάκι–

Τους ζωντανούς από τους νεκρούς


Άλλωστε εγώ

Πάντα την αγαπούσα

Την ζωή

Μέχρι θανάτου


Σταύρος Σταυρόπουλος

ΕΝΘΕΡΜΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

 

Ω! να πεθάνω ειρηνικά στο βράδιασμα της μέρας,

από την τρυφερότατη στερνή φεγγοβολή,

να νιώσω την απαληνή ψυχή ν’αποτραβιέται

προς τον αιώνιον έρωτα, προς τη βαθιά τη γη.


Ω! Να πεθάνω, τ’άλυτο μυστήριο να χαρώ

της ζέστας και του χορταριού, του σπόρου, της πηγής,

στον κάμπο τον καγκελωτό να πάω να κοιμηθώ,

κι ω! να πεθάνω, πιο σιμά για να βρεθώ στη γης.


Anna de Noailles, ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ



 

"Κλείνω τα μάτια μου κι όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.

Ανοίγω τα βλέφαρά μου, και ξαναγεννιέται."

Σύλβια Πλαθ


«Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη σαν όλες τις άλλες.

Την κάνω εξαιρετικά καλά.»

Σύλβια Πλαθ

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΑ 'ΡΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ 'ΧΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

 

Ο θάνατος θά ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου —

αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει

απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,

κρυφός, σαν μια παλιά τύψη

ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου

θα ναι μια άδεια λέξη,

κραυγή που έσβησε, σιωπή.

Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό

όταν μονάχη σκύβεις

στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,

αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς

πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.


Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.

Ο θάνατος θά ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου.

Θα ‘ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,

σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη

να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,

σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.

Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.


(Τσέζαρε Παβέζε,
O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου, Σωτήρης Τριβιζάς (μετ), εκδ. Καστανιώτης, σ. 68, 1997)

ΓΕΝΝΙΕΣΑΙ...

Γεννιέσαι και δεν ξέρεις τίποτα,

Ζώντας μαθαίνεις λίγα,

Όμως πεθαίνοντας ίσως δεις


(«Τοngaretti Giuseppe, Ποιήματα, Ίκαρος)

ΕΛΥΤΗΣ

"...το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι· ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες· ένα τραγούδι, βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος· και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντα. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του..φωτογραφία, την καταδικασμένη, να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ."

ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ

ΚΑΛΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Καλός ὁ Θάνατος!.. Ἥσυχος, ἀμετάτρεπτος

– καλός πρὶν ἀπ’ τὸ θάνατό μας!

Διδάσκει τὴν ἀπόλυτη ἰσότητα κι ἁπλότητα,

δίνει

τὴ μοναδική ἀπ’ τὰ πρίν παρηγοριά τῆς βέβαιης ἀνυπαρξίας,

τὴ βαθειάν ἀδελφοσύνη

– ἕνα αἴσθημα περήφανης ἀδιαφορίας καὶ μεγαλοψυχίας

πέρα ἀπ’ ὅλες τὶς τάξεις καὶ τὰ σύνορα.


Δὲν ἔχει χρόνο κ’ ἐθνικότητα. Τί χρειάζονται τ’ ἄλλα λοιπόν;

Τί χρειαζόμαστε;..


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΟΥ

την ημέρα εκείνη ξέρω θα κλαίνε η κόρη κι ο γιός μου

η σύζυγός μου ξέρω θα κλαίει

όπως ξέρω και ότι τα χειρότερα για μένα θα λησμονηθούν


και ίσως

να θυμηθούνε κάποιο ποίημά μου

κάποια συλλαβή μου γραμμένη στην άμμο


την επόμενη μέρα όλα θα είναι αδιάφορα

απείραχτα

με μοναδική λεπτομέρεια

την απουσία μου


VLADIMIR JANTUS CASTELLI, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΑ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

 

Θα κοιμηθώ, μα δίχως να ξυπνήσω,

ύπνο στέρφο απ’ ονείρατα. Όπως σβήνει

το κάθε τι που ανάφτηκε, θα σβήσω,

χωρίς αχνάρι απ’ το Είναι μου να μείνει.


Κάτι θα μείνει απ’ το Είναι μου. Θ’ αφήσω

απέναντι μια αγάπη —όπως αφήνει

στο διάβα της, στα βήματά της πίσω,

το αιθέριο του κορμιού της μύρο, Εκείνη.


Η αγάπη μου αυξάνει κι όλο αυξάνει,

της ζήσης μου όσο σώνεται το λάδι·

χώρια από εμέ θα ζει γιγαντεμένη.


Και πριν στερνά να κοιμηθώ ένα βράδυ,

θα βουτηχτώ στου χωρισμού το θρήνο.

Μια αγάπη ζωντανή νεκρός θ’ αφήνω.


(Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, εκδ. γράμματα)

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΘΑΜΕΝΩΝ

Αργά το απόγευμα

Οι πεθαμένοι μαζεύονται

Στην πλατεία για να τηλεφωνήσουν

Στους δικούς τους


Κρατάνε σφιχτά την κάρτα

Και στέκονται στη σειρά

Έξω από τον τηλεφωνικό θάλαμο


Οι περαστικοί που τους βλέπουν

Μονολογούν : «Από πού ήρθατε πάλι εσείς

γέμισε μετανάστες η πόλη»

Κι αυτοί μ’ ένα μουρμουρητό τούς απαντούν:

«Δεν είμαστε εμείς μετανάστες

μεταστάντες είμαστε».

Γ. ΝΤΑΟΥΛΤΖΗ


Εν τέλει















είμαστε
το έργο
τέχνης
της
ζωής
μας

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ