Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Το Άξιον Εστί

Ένας προβολέας φωτίζει την αριστερή γωνία. Ένας γκοτζίλας με κράνος πυροσβέστη και σφυρίχτρα κρεμασμένη στον λαιμό. Στο χέρι του κρατάει έναν μηχανισμό με κουμπί, συνδεδεμένο με καλώδιο. Μιλάει στο κοινό.


Απλά τα πράγματα:
οι στρατιώτες θα σκοτώνουν,
θα κόβουν τα βυζιά των γυναικών,
θα τις καίνε γυμνές μπροστά στον κόσμο,
θα κόβουν-κόβουν,
χέρια-πόδια-κεφαλές
κι εσύ θα λες  Ν υ ν  και  Α ι έ ν
και  Ά ξ ι ο ν  ε σ τ ί  τ ο  τ ί μ η μ α –
όλοι κάναμε τη δουλειά μας, φίλε,
όσο μπορούμε, όπως μπορούμε....


Τότε ο γκοτζίλας-πυροσβέστης πατάει το κουμπί του (στο τέλος όλοι πατάμε το κουμπί μας): ήχος σειρήνας. Όχι διακεκομμένος όπως συνήθως, μα μακρόσυρτος, συνεχόμενος, σαν μαχαιριά που μπήγεται στη σάρκα και χωνεύεται μέσα της.

Μαζί με τη σειρήνα από τα μεγάφωνα αρχίζει το Dance me to the end of love. Τρελοί προβολείς σαρώνουν την αίθουσα. Απρόσμενος ενθουσιασμός – μια έκρηξη χαράς. Ο κόσμος ξεσηκώνεται – επιτέλους. Όλοι τραγουδούν χτυπούν τα χέρια τους, χορεύουν. Υστερα από τόσες δοκιμασίες,  ή ρ θ ε  η  ώ ρ α  τ ο υ  κ ο ι ν ο ύ.

Εμφανίζονται από πλαϊνές πόρτες όλοι οι γκοτζίλες, μικροί και μεγάλοι. Κρατούνε μαύρες σακούλες σκουπιδών, γεμάτες. Γυρίζουν ανάμεσα στους θεατές και απ' τις σακούλες τους βγάζουν πεσκέσια και τα μοιράζουν σε όποιον βρίσκουν μπροστά τους.

Είναι φρεσκοκομένα κομμάτια σάρκας, γεμάτα αίματα που σταζουν, χέρια, πόδια, κεφαλές, συκώτια και εντόσθια.  Σ ω θ ι κ ά  λ α χ τ α ρ ι σ τ ά  που λέμε.

Μα οι θεατές δεν ουρλιάζουν από αηδία. Ίσα-ίσα παίρνει ο καθένας το κομμάτι του με τρελή αδημονία. Ιδού μια ευτυχία αληθινή. Και οι γκοτζίλες, μοιράζοντας τις μερίδες, απαγγέλλουν, ο ένας μετά τον άλλον, το Δοξαστικόν.


Π ά ρ τ ε,  λ ο ι π ό ν,  Δ ο ξ α σ τ ι κ ό ν –
όσο βαρύτερο είναι το αίμα τόσο τρανότερη θα είναι η δόξα…
Λάβετε και φάγετε μέχρι σκασμού:
Τ ο ύ τ'  ε σ τ ί  τ ο  Α ξ ι ο ν  Ε σ τ ί –
όπερ σημαίνει:
όπου να 'ναι θα φας και τη δική σου σάρκα.

Άξιον εστί το πρώτο φως του ήλιου
που χαϊδεύει τα πτώματα της νύχτας,
άξιον εστί το μαχαίρι του φόνου
καμωμένο από λόγια
στοργικών πατεράδων,
χάδια και ταχταρίσματα μανάδων
και τάματα στην Παναγία Νετρονίου.

Ο τροχός με τα γαίματα των απίστων
η παιδική χορωδία του δήμου να ψάλλει,
το άγαλμα του Άρθουρ Χάρις,
η μάχη του Ανκιάρι
η ντούμπα με τα κομμένα χέρια,
το πιθάρι με τις μελωμένες καρδιές.

Άξιον εστί το ευτυχισμένο πλήθος
που τραγουδάει την Καρμανιόλα,
κατόπιν την Κατσαριδούλα, τη Μικρή Τερέζα
(που πάτησε στο Τέζα, και τα λοιπά),
το ευτυχισμένο κοινό που χειροκροτάει
μόλις το κομμάτι τελειώνει.
Η παλλαϊκή δημοκρατία του θανάτου,
το πέρασμα της δράσης από τη σκηνή στην πλατεία –
όλοι οι σπέσιαλ φιλόσοφοι το λένε, μάι φρεντ,
η πλατεία έχει το φρέσκο κρέας.

Η φωτογραφία της πενταήμερης
κάτω από το άγαλμα με τα γυμνά χατζάρια:
είναι όλοι εκεί, ο ωραίος της τάξης, ο καλός μαθητής,
η σούπερ θεά, ο φρίκουλας με τα σκουλαρίκια,
ο καθηγητής, φυσικά φίλος με τους μαθητές του,
στα πόδια του αγαλματός στάζει το αίμα,
ω τι ευτυχία.

Τα παιδιά που φούσκωσαν με την τρόμπα
τον αδέσποτο σκύλο,
κατόπιν τουμπανιασμένο τον πέταξαν απ' την ταράτσα,
ο σκύλος έσκασε στο πεζοδρόμιο,
στο σχολείο γράψανε έκθεση για την παγκόσμια ημέρα της αποταμίευσης.

Άξιον εστί το σταύρωμα των δούλων,
το άδειασμα των μεταναστών στη θάλασσα,
το κυνήγι της αλεπούς,
η Βουλή των Εφήβων που έβγαλε ψήφισμα
να μειωθεί ο αριθμός των ξένων,
οι καινούργιες φάκες για τα ποντίκια
που τα ψήνουν μονομιάς με ηλεκτρικό ρεύμα.

Άξιον εστί το φως και η πρώτη
χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου:
Σ φ ά ζ ω  γ ι α τ ί  ε π ι ζ ώ,
ε π ι ζ ώ  ά ρ α  υ π ά ρ χ ω.

Άξιον εστί το τίμημα.

Ο Φαραώ Χέοπας κι ο Φαραώ Ραμσής
(κι ο Φαραώ Χέσε με – τι σημασία έχει)
ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο Μέγας Θεοδόσιος,
ο Αταχουάλπα,
ο Γιαν Μπόκελσον,
ο Καίσαρας Βοργίας,
ο Δούκας του Γουέλιγκτον,
ο στρατηγός Έι Τζι Χάντερ-Γουέστον.

Άξιον εστί το χέρι της Γοργόνας
που πετσοκόβει τον κακό ψαρά
ή τον κακό καρχαρία –
κάποιονε κακό, τέλος πάντων.
Ο μικρός ερωδιός της εκκλησίας
που βλέπει τους στραγγαλισμένους στον αύλειο χώρο,
παπάδες στριμώχνονται για μιαν κοινωνία τρόμου
ε π ί  τ ω ν  π τ ω μ ά τ ω ν –
μα αυτός απομένει αγέρωχος, στολίδι του μεγάλου ποιήματος,
κατά το βραδάκι αρχίζει να τσιμπολογάει τα κουφάρια
(κατά το βραδάκι όλοι πεινούμε, να μια αλήθεια…)

Οι σημάντορες  άνεμοι που ιερουργούνε
που σηκώνουν το πέλαγος σαν Θεοτόκο –
όλοι ανατριχιάζουμε απ' τη συγκίνηση
(ποιος μπορεί να παραβλέψει τόσην ιερουργία;)
Κατόπιν διαβάζουμε σωστά τη φράση
το αεράκι φυσάει, άρα βουρ για το φρες μπλοντ:
καλή, χρυσή και η ιερουργία
μ α  τ ώ ρ α  ή ρ θ ε  η  ώ ρ α  γ ι α  Ι σ τ ο ρ ί α,  μαγκίτες.

Τα καδράκια στις σχολικές αίθουσες
με ρήσεις των Πατέρων της Εκκλησίας,
σαν πλαστικές σακούλες όπου το πτώμα
διατηρεί όλη του τη φρεσκάδα,
θαρρείς λαχταρίζει ακόμη,
καλή σας όρεξη.

Άξιον εστί το ξύλινο τραπέζι
που απλώνουν τα πτώματα των σκασμένων μεταναστών,
ένας ιατροδικαστής γράφει την έκθεση,
ένας φωτογράφος φωτογραφίζει για το αρχείο –
εν τω μεταξύ τα εργοστάσια της κονσερβοποιίας
δουλεύουν στο φουλ
κι η συνείδηση πάμφωτη σαν καλοκαίρι.

Άξιον εστί το κάμα που κλωσάει
στο γιοφύρι από κάτω τα ωραία κοτρόνια
τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα
(γουάου, τι τόλμη εκφραστική)·
παραδίπλα τα πτώματα των παιδιών,
οι ποιητές ωστόσο δεν μιλούν για τα πτώματα –
α, δεν μιλάς για το φαγί που τρώγεις,
έλεγαν οι παππούδες μας
(ή οι γιαγιάδες μας – κάποιοι πρόγονοι, τέλος πάντων).

Το έπος μιας ατέλειωτης σφαγής
ανάμεσα στα καράβια και στα τείχη,
όπου δοξάζεται η αφηγηματική στρατηγική,
οι τεχνικές κορύφωσης, το Weltliteratur αριθμός 1 –
κάθε τόσο κάνουν ανακωχή για να κάψουν τους νεκρούς,
όπως ξέρεις, οι νεκροί μαζεύουν μύγες.
Ο πήλινος στρατός του αυτοκράτορα
που σφάζει με την πήλινη αταραξία του,
που σφάζει ως έκθεμα,
που σφάζει ως προστατευόμενο μνημείο,
π ο υ  σ φ ά ζ ε ι - σ φ ά ζ ε ι  α π'  τ η ν  α ρ χ ή  μ έ χ ρ ι  τ ο  τ έ λ ο ς.

Άξιον εστί το τίμημα.

Οι Νίντζα, οι μασκοφόροι εκδικητές,
ο Δικαστής Ντρεντ, το Άλιεν, ο Φρέντι Κρούγκερ,
οι εφτά που ήσαν υπέροχοι χασάπηδες,
ο Ιντιάνα Τζόουνς, ο Λουκ Σκαϊγουόκερ, ο Ράμπο,
ο ι  Τ ρ ι α κ ό σ ι ο ι.

Άξιον εστί στο πέτρινο πεζούλι
εκεί στον κήπο, πλάι στη θάλασσα,
να ξεδιπλώνεται μια ιστορία αθωότητας.
Δυο παιδιά που ανταγωνίζονται ποιος
θα σκοτώσει περισσότερα μυρμήγκια –
όπου υπάρχει άμιλλα υπάρχει Νίκη
(είπε ο Γκαίτε – ή κάποιος άλλος).

Ο αχόρταγος Οδυσσεύς,
που φεύγει από την Ιθάκη –
άκουσε από έναν γέρο ναύτη
πως στις μεγάλες θάλασσες υπάρχουν πολιτείες
δίχως κύκλια έπη και αοιδούς
και μονομιάς σαλπάρει στους ιθαγενείς
να τους δ ι δ ά ξ ε ι  την αγάπη ωμή και φρεσκοκομμένη.

Τα παλιά χρονικά
(της εποχής των Σταυροφόρων ή της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας –
ή του Πολέμου των Ρόδων, ρε αδελφέ)
όπου τα πτώματα υπονοούνται
κι οι ντούμπες ευωδιάζουν Δόξα,
οι σφαγές στολίζονται με θεσπέσια κοσμήματα
από μαστόρους μικρογράφους.

Οι καθοδηγητές, ντυμένοι με φόρμα εργασίας
(αμπέχονα, κουστούμια, ράσα –
την πρέπουσα φόρμα κάθε φορά),
ενώ πείθουν τον κόσμο πως ο Δρόμος Που Σώζει
(ο  γ ν ω σ τ ό ς  Δρόμος Που Σώζει)
δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα…
Κατόπιν ο μέγας Οδηγητής,
ο Πλαστουργός της Νιας Ζωής,
που  ξ α π ο σ τ α ί ν ε ι  σε μιαν άκρη:
Α, είναι στ' αλήθεια βαρύ να περπατάς πρώτος στο πτωματόστρωτο,
τα πτώματα δεν έχουν ακόμη πατηθεί και σαλεύουν –
λίγο να ξεχαστείς, θα σου γίνουνε οι αστράγαλοι βραχιόλια.

Η φωτογραφία –είναι μια ασπρόμαυρη φωτογραφία–
όπου ένα χέρι  δ ε ί χ ν ε ι –
ας πούμε πως δείχνει κάτι οραματικό,
ας πούμε πως δείχνει το Μέλλον.
Κατόπιν η εικόνα ανοίγει:
Ένας λοχαγός δείχνει έναν άντρα γονατισμένο,
δεμένο πισθάγκωνα –
από δίπλα το εκτελεστικό απόσπασμα
περιμένει μια εντολή για το Μέλλον.

Στα ρολόγια της πολυκατοικίας
που κάποιος εγκλώβισε μια γάτα στο ντουλάπι,
κατόπιν έκλεισε με κολλητική ταινία τις χαραμάδες
(κάποιο παιδί θα ήσανε, πώς κάνεις έτσι;)
Το συνεργείο καθαρισμού βρήκε τη γάτα από τη μυρωδιά –
κι έπειτα λένε πως οι γάτες είναι εφτάψυχες,
μονολόγησε ο διαχειριστής.

Άξιον εστί το τίμημα.

Η Ελευθερία του Ντελακρουά με τα πτωματάκια στην άκρια,
ο απαστράπτων αναστημένος του Γκρίνεβαλτ
(ό,τι πρέπει για να τυφλώνει τους αμαρτωλούς),
οι λίμνες της φωτιάς του Μιχαήλ Αγγέλου
(και των λοιπών, και των λοιπών – μην συφιλιάζεσαι),
ο Όρκος των Ορατίων του Νταβίντ,
η Γέννηση ενός Έθνους του Γκρίφιθ,
η Μάρσια της Αΐντας –
πάρε για να έχεις.

Οι στρατιώτες που κόβουν
τα βυζιά των γυναικών με τα χατζάρια τους,
κατόπιν παπάδες και ιμάμηδες
ρίχνουν αγιασμό πάνω στα χατζάρια,
οι μανάδες τους τους τραγουδούν χαιρετισμούς,
(τους συνοδεύουν εξημερωμένα πουλιά
που θρέφονται με βολβούς ματιών –
κάνουν το κελάηδαμα αγγελικό).

Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή,
χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί –
ω το σπαθί
κάνει θραύση στον πάγκο του χασάπη,
κάνει θραύση στον πάγκο του δασκάλου,
στον πάγκο του διανοητή
(εκεί κι αν κάνει). 

Χαίρε η  Ο ν ε ι ρ ο τ ό κ ο ς
δηλαδή: χαίρε εσύ που κουφόρησες το όνειρο του Λαβυρίνθου
το όνειρο του Βερντέν,
το όνειρο του ουκρανικού λιμού
το όνειρο του Λάγκερ –
άμα λέμε  Ο ν ε ι ρ ο τ ό κ ο ς,  να το λέμε,
όχι χαμπέρια.

Χαίρε μάχη του Κοσόβου,
χαίρε ναυμαχία της Ναυπάκτου,
χαίρε μάχη του Κουρσκ,
χαίρε μάχη των Τριών Παραποτάμων,
χαίρε σφαγή της Οδησσού
(και τα λοιπά).

Χαίρε Οτράντο, χαίρε Μίνστερ, χαίρε Τριπολιτσά,
χαίρε Χίο, χαίρε Νιανκίν, χαίρε Ανόι,
χαίρε Δρέσδη, χαίρε εμπάργκο του Ιράκ,
χαίρε ασημορυχεία του Ποτοσί
(και τα λοιπά).

Χαίρε Αρχάγγελε Μιχαήλ,
χαίρε τρομερέ Ιβάν, χαίρε Γουίλιαμ Σέρμαν,
χαίρε Ισόθεε Αχιλλέα,
που έσφαξες δώδεκα αγόρια στον Σκάμανδρο,
θυσία στη μνήμη του αγαπημένου σου –
κι όλοι θαυμάζουν την τόσην αγάπη
(και οι λοιποί).

Χαίρετε, κοψηκόψηδες και πάλι χαίρετε,
χαίρε Θωμά Τορκεμάδα, χαίρε Μάθιου Χόπκινς,
χαίρε Βασίλειε Βουλγαροκτόνε,
χαίρε Τουρκοφάγε, χαίρε Μπραΐμη, χαίρε Τοπάλ Οσμάν,
χαίρε Χάινριχ Χίμλερ
(και οι λοιποί).

Αξιόν εστί το τίμημα.
(Άξιον εστί το τίμημα και των λοιπών.)

Οι δολοφόνοι Προφήτες
(όλοι οι Προφήτες),
ο Φίλιππος ο Δεύτερος,
ο Μάο Τσε Τουγκ,
ο Μαρά, ο Νετσάγιεφ, ο Μπέρια,
ο Γιόζεπ Μέγκελε,
ο Χένρι Σπένσερ που έγραφε
πως ο θάνατος των αδύναμων εργατών
βελτιώνει τη χώρα.
Η Σάντα Μαρία, η Εσπανιόλα, το Ενόλα Γκέι,
τα Άφρικα Κορπς, το Βίσμαρκ,
η επιχείρηση Σοκ και Δέος,
ο Άγιος Γεώργιος που σκοτώνει τον Δράκοντα.

Οι ταξιαρχίες των αγγέλων
που εφορμούνε για να σώσουν τον κόσμο·
μονομιάς βγάζουν τα μάτια των πιστών.
Ουρλιάζουν κάποιοι από πόνο
μα οι Αρχάγγελοι ευθύς τους συνετίζουν:
Όποιος βλέπει, βλέπει και τα κολπέτα του σατανά
οπότε φάτε μάτια ψάρια, φιλάρες.

Των ψιθύρων η επώαση μες στα κοχύλια,
ώσπου επιτέλους κάποιος επωάστηκε,
πετιέται στον αέρα ως ντελαλητό,
ως μέγας θρίαμβος της ανθρωπότητας:
Οι υγιείς πετούνε τους αρρώστους στον γκρεμό.
Ω, να ένας καλοεπωασμένος ψίθυρος,
τι μου σοκάρεσαι, ανθρωπιστάκο μου; –
θέλησες ποτέ σου να φας κρέας χολερικού ζώου;

Άξιον εστί το μετεωρολογικό δελτίο
που ορίζει τις συνθήκες του τέλειου βομβαρδισμού
Οι μικροί βοριάδες που παράγγειλαν
σ' όλων των καραβιώνε
να φορτώσουν τα πτώματα των νηπίων
και να τα αδειάσουν στ' ανοιχτά –
επ' ευκαιρίας θα ταϊστούνε και τα ψάρια
(αυτό θα πει ανακύκλωση, γλυκέ μου)

Τα μικρά αγόρια που λιώνουν τις αράχνες στο εξοχικό σπίτι,
για κάθε τρεις ζωγραφίζουν μια βούλα στο παπούτσι τους.
Όποιος φτάσει τις εφτά βούλες
λένε δεν θα πεθάνει ποτέ
(τρεις επί εφτά ίσον είκοσι μία αράχνες –
ή ξέρεις πολλαπλασιασμό ή δεν ξέρεις.)

Άξιον εστί το εκκλησίασμα
που χειροκρότησε το άναμμα της φωτιάς –
για την τσίκνα της καμμένης σάρκας μην αγχώνεσαι:
Τι να φτουρήσει μια τσίκνα
μπροστά στην θεσπέσια ομορφιά της Αείζωης Φλόγας;
(Το πολύ πολύ λέμε πως κάηκαν λάστιχα στον κάτω μαχαλά,
μόλις φυσήξει αεράκι, όλα ξεχνιούνται).

Το κοκαλωμένο σώμα του αλήτη
–μια μπέκρα ήσανε–
που κανένας δεν του άνοιξε
εκείνο το βράδυ:
κανένας δεν είχε πάρει χαμπάρι τον χιονιά
κι όλοι νόμισαν πως θα του ανοίξει ο παραδίπλα.
Κι επιπλέον, χτύπησε μόνον δυο φορές,
δυο διστακτικές φορές, σε κάποιους μία,
κι αυτό ήσαν όλο·
ε, άμα πεθαίνεις,  ε π ι μ έ ν ε ι ς,  φίλε,
ειδάλλως ήθελές τα.

Άξιον εστί το τίμημα.

Ο Ναβουχοδονόσορ
ο Κορτέζ, ο Κάρολος Κίντος,
ο Μέγας Αλέξανδρος,
ο συγγραφέας σχολικού βιβλίου που γράφει
Βαβυλώνα, Περσέπολις, Πασαργάδες, Σούσα
υποδέχονται τον νέο στρατηλάτη,
όσοι παίξαν μπάλα με κεφάλια ηττημένων,
όσοι ζωγράφισαν τους σφαγμένους σε μια γωνιά
στο φόντο μιας Νίκης,
ο Γοδεφρείδος της Μπουγιόν.

Άξιον εστί το διάσελο που ανοίγει
αιωνίου γαλάζιου οδό στα νέφη
από κάτω στην κοιλάδα τα τρένα –
μα, διάολε, τι σου φταίει το αιώνιο γαλάζιο
που ξεκινάνε τα τρένα;

Των βοδιών η προσπάθεια που σέρνουν
τους βαριούς ελαιώνες προς τη δύση
ο καπνός ο ατάραχος που πάει
των ανθρώπων τα έργα να διαλύσει –
μα δεν το ξέρεις πως τα τρένα
φτιάχτηκαν  γ ι α  ν α  π η γ α ί ν ο υ ν;
(εσύ πώς μεγάλωσες, φιλάρα; –
μυρίζοντας κρίνους;)

Η μικρογραφία που εικονίζει
το ορυχείο αργύρου στην Κούτνα Χάρα
(μια πόλη της Βοημίας είναι, αφού τόσο σκάζεις)
κάπου στα χίλια τετρακόσια τόσα…
Για δες την προσεκτικά:
Σε μια ηλιόλουστη σάλα οι πλούσιοι
κι από κάτω τους οι τεχνίτες,
κι ακόμη πιο κάτω
(πάντοτε υπάρχουν και πιο κάτω)
άνθρωποι χωμένοι στα λαγούμια,
βαθιά στα έντερα της γης, σαν τυφλοί αρουραίοι,
σ α ν  σ κ α τ ά,  τι φοβάσαι τη λέξη;

Τα ξυλόγλυπτα τέρατα πάνω στο τέμπλο
να γυρεύουν τη σάρκα
που τους έταξαν αρχαίοι βασιλιάδες.
Οι αρχαίες οι λεύκες οι ιχθυοφόρες
όπου δένουνε τους τρελούς
ελπίζοντας να τους φαν τα τσακάλια
(αλίμονο, η τρέλα σκληραίνει το κρέας,
μόνο τσακάλια το μασάνε – και αν…)

Οι εράσμιες Κόρες με το πέτρινο χέρι
να στραγγαλίζουν τους κοιμισμένους κλοσάρ
κάτω από τις γέφυρες.
Ο λαιμός της Ελένης ωσάν παραλία –
σε δεύτερο πλάνο οι σφαγμένοι αιχμάλωτοι
να στολίζουν την ομορφιά ετούτοι του λαιμού ως φόντο
(κ ά π ο ι ο ι  αιχμάλωτοι θα 'ναι, τι το γυρεύεις;).

Τ' αστερόεντα  δέντρα με την ευδοκία,
η παρασημαντική ενός άλλου κόσμου
(π α ρ α σ η μ α ν τ ι κ ή:  πάρε λέξη για να έχεις, δικέ μου)
η παλιά δοξασία ότι πάντα υπάρχει
ένα Δέντρο που αξίζει να το ποτίσεις
μ ε  γ α ί μ α.

Η σκιά που τα γέρνει με το πλάι στο χώμα
ένα κάτι του κίτρινου στη θύμησή τους.
Αν το ζορίσεις, θα το βρεις:
Ας πούμε
φλέμα ενός παιδιού που πέθανε από χτικιό
ή και
ίσκιος που έλαχε να περπατά εκεί το πρωί,
ώρα οχτώ και δέκα.

Ω ναι  ά ξ ι ο ν  ε σ τ ί  τ ο  τ ί μ η μ α.

Ο Ροβεσπιέρος, ο Τιμούρ Λεγκ, ο Ατατούρκ, ο Άμιν Νταντά,
ο Περικλής, ο Ιουστινιανός, ο Καρλομάγνος,
ο Βασιλιάς Ήλιος κι ο Βασιλιάς Φεγγάρι
(κι ο κάθε-κάθε βασιλιάς),
ο Φρανθίσκο Πισάρο, ο Στάλιν,
το Μέγας είσαι Κύριε,
το Ήμαρτον,
το Έχει ο Θεός,
το Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία,
το Αμήν.

Άξιον εστί το αναίτιο δάκρυ
ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια,
των παιδιών που κρατιούνται χέρι χέρι.
των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται –
ω, είναι στ' αλήθεια αναίτιο το δάκρυ στα ωραία μάτια των παιδιών.
Γρήγορα βάνουν μυαλό,
καθώς βγάζοντας δόντια το μαθαίνουν
πως η σφαγή είναι η ζωή
κι η συγκίνηση είναι απλώς ένα αλατοπίπερο –
δεν λέω, νόστιμο το αλατοπίπερο,
μα γέμισες ποτέ σου πιάτο  μ ε  σ κ έ τ ο  α λ α τ ο π ί π ε ρ ο;

Άξιον εστί το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει
ποιος αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιο το «νυν» και ποιο το «αιέν» του κόσμου
(α, εδώ, μασόνι, ίσως και να συμφωνάμε –
μα ίσως κι όχι).

Άκου, γλυκέ μου, το Νυν, άκου και το Αιέν –
με το πάσο σου: σε όσους πεθαίνουν εν τω μεταξύ από την πείνα θα λέμε
πως ο κόσμος είναι θολός
και τέτοιες πίπες.

Νυν το φαγητό μας και Αιέν το φαγητό μας.
Νυν η στραγγάλη και Αιέν η στραγγάλη.

Νυν ο τυφεκισμός στο όνομα της Ψυχής.
Αιέν ο τυφεκισμός στο όνομα της Ψυχής.

Νυν τα κορίτσια που δολοφονούνται έξω απ' τις μακιλαδόρες.
Αιέν τα κορίτσια που δολοφονούνται έξω απ' τις μακιλαδόρες.

Νυν τα ζώα που τραβιούνται απ' τα ρουθούνια.
Αιέν τα ζώα που τραβιούνται απ' τα ρουθούνια

Νυν ένας κομπέρ που διασκεδάζει τον κόσμο με μεγαλοκουβέντες:
των λαών το αμάλγαμα, ο μαύρος Αριθμός
της Δίκης το άγαλμα, ο μέγας Οφθαλμός και τα λοιπά
(από τέτοια όσα θες – όρεξη να έχεις να ακούς)
Αιέν εσείς που διασκεδάζετε τρώγοντας όλο το φαγητό σας –
να μια κατάκτηση του Είδους,
να σκουπίζεις με τη βούκα το τελευταίο ίχνος
λιώνοντας το μυγάκι που κόλλησε στα υπολείμματα της σάλτσας,
να παστρεύεις το πιάτο ως το τέλος της αγάπης,
αντίλ δι εντ οφ λαβ.

Νυν το Είδος που επιβιώνει.
Αιέν το Είδος που επιβιώνει.


Κάπου εδώ, στο ρεφρέν του τραγουδιού, όλοι όσοι βρίσκονται μέσα στην αίθουσα σηκώνουν τα χέρια τους και τα χτυπούν – οι άνθρωποι-γκοτζίλες, το κοινό,  ό λ ο ι  σού λέω. Δαγκώνουν, μασάνε, τραγουδάνε, αλαλάζουν, πετούν εντόσθια στον αέρα, λουσμένοι στο αίμα από πάνω μέχρι κάτω, αγκαλιάζονται, φιλιούνται, σκίζουν τα ρούχα τους.

Έχουμε, λοιπόν, την  α π ο θ έ ω σ η  – ας την πούμε έτσι. Η δράση της σκηνής γίνεται  ζ ω ή  – άλλωστε εκεί πηγαίναμε απ' την αρχή. Πια δεν ξεχωρίζεις ποιος είναι ποιος. Για φαντάσου.

Τότε ανοίγει και το αέριο. Μα τώρα δεν είναι πρόβα όπως στο 10. Είναι η αλήθεια.

Κι ενώ η μυρωδιά σιγά σιγά κυκλώνει τους πάντες, τα φώτα αργοσβήνουν. Μαζί σβήνει και το τραγούδι.

Κάποιος γκοτζίλας ουρλιάζει τις δύο επόμενες στροφές, θαρρείς να θέλει να προλάβει.

Ώσπου το αέριο και το σκοτάδι τα τελειώνουν όλα. Αυτό κι αν είναι αποθέωση.


Ν υ ν  Ν υ ν  κ α ι  Α ι έ ν
κ α ι  ά ξ ι ο ν  ε σ τ ί  τ ο  τ ί μ η μ α,
καλέ μου Γιόζεπ Μι,
ευπειθώς αναφέρω:
Οι πιλότοι έχουν ανεβεί, 
ομορφιές, φίλε, ομορφιές,
δυο εργάτριες τυφλώθηκαν
από έκρηξη στα καζάνια –
άλλες δυο τυφλές που ατύχησαν,
θα πει ένας εργοδηγός –
ω στις απόκριες όλοι ντυνόμαστε εργοδηγοί,
τα βράδια όλοι γινόμαστε εργοδηγοί,
ευπειθώς αναφέρω
στη Βασόρα ένα παιδί γεννήθηκε μογγολάκι,
θύμωσαν οι φιλόσοφοι – πήραν τον λόγο:
Γιου, χάιποκραϊτ λέκτσουρ,
πώς κάνεις σαν παρθένα,
έτσι κι αλλιώς
τι ζωή θα είχε ένα παιδί στη Βασόρα;

Οοο, ντανς μι του γιορ μπιούτι
γουίθ α μπέρνιγκ βάιολιν,
φάε το φαγί σου, άστραψε το πιάτο σου,
έλα να μιλήσουμε για την Ψυχή,
έλα να πούμε για αυτόν τον κόσμο τον-μικρό-τον-Μέγα,
έλα να φιλοσοφήσουμε,
ω, τι μας μπλέκουνε με τους φονιάδες,
εμείς δεν ζητήσαμε από κανέναν να σκοτώσει,
απλώς κληθήκαμε να εντάξουμε τη σφαγή στο ιστορικό της πλαίσιο,
ας πούμε πως την ανακυκλώνουμε, αυτή είναι η φύση,
κάθετι άλλο είναι σαν να μιζεριάσουμε για ένα κορν μπιφ,
για ένα βοδινό που υπήρξε για να γίνει κονσέρβα,
ας ξενοιάσουμε, λοιπόν, ας μαγευτούμε από την ομορφιά,
ένα μογγολάκι στη Βασόρα δεν θα κάνει το δειλινό μας λιγότερο συναρπαστικό,
προπαντός, ας τραγουδήσουμε το ρεφρέν, εδώ και τώρα,
ξέρεις, το ρεφρέν έχει τη μεγάλη σημασία,
τα ενδιάμεσα λόγια είναι για να έρθει το ρεφρέν,
η ενδιάμεση ζωή είναι για να έρθει το κόψε-κόψε,
ντανς μι του δι εντ οφ λαβ,
ο ο ο
ν τ α ν ς  μ ι
τ ο υ  δ ε  ε ν τ
ο φ  λ α β.

                                Θανάσης Τριαρίδης * Το κόψε-κόψε


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου