Δεν μπορώ να κοιμηθώ στην παρουσία σου.
Στην απουσία σου, τα δάκρυα με αποτρέπουν
Με παρακολουθείς αγαπημένε
Κάθε άυπνη νύχτα και
Μόνο εσύ βλέπεις την διαφορά
Κοιτώντας τη ζωή μου
Βλέπω ότι μόνο η Αγάπη
Έχει υπάρξει της ψυχής μου σύντροφος
Από τα τρίσβαθά της
Η ψυχή μου φωνάζει
Μην περιμένεις, παραδώσου
Για χάρη της Αγάπης
Αν δεν μπορείς να μυρίσεις το άρωμα
Μην εισέλθεις στον κήπο της Αγάπης
Αν είσαι απρόθυμος να γδυθείς
Μην μπεις στον ρεύμα της Αλήθειας
Μείνει εκεί που είσαι
Μην έλθεις στο δρόμο μας
Όλος ο χρόνος γύρω από τον εραστή είναι τρελός
Αχτένιστος, άρρωστος από αγάπη και μες στη ντροπή
Δίχως αγάπη δεν υπάρχει τίποτε παρά μόνο θλίψη
Στην αγάπη… τι άλλο μετρά;
Η Αγάπη είναι η Μητέρα και
Ο δρόμος του προφήτη μας
Εντούτοις είναι στην φύση μας
Να αντιμαχόμαστε την Αγάπη
Δεν μπορούμε να σε δούμε, μητέρα,
Κρυμμένη πίσω από σκοτεινά πέπλα
Υφασμένα από μας
Θες να εισέλθεις στον παράδεισο;
Να περπατήσεις το μονοπάτι της Αλήθειας;
Χρειάζεσαι την χάρη του Θεού
Όλοι αντιμετωπίζουμε τον θάνατο στο τέλος
Αλλά στον δρόμο, πρόσεχε
Να μην πληγώσεις ποτέ μια ανθρώπινη καρδιά
Γνωρίζεις τι λέει η μουσική;
«έλα, ακολούθα με και θα βρεις τον δρόμο,
Τα λάθη σου, μπορούν και αυτά να σε οδηγήσουν στην αλήθεια
Όταν ρωτάς, η απάντηση θα σου δοθεί»
Ο Άρχοντας που είναι γεμάτος γλυκύτητα
Είναι τόσο μεθυσμένος απ’ την αγάπη, που ξεχνά
«Θα μου δώσεις λίγη απ’ την γλυκύτητά σου;»
«Δεν έχω καθόλου» λέει
Αγνοώντας τα πλούτη του
Γνωρίζεις τι είναι η αγάπη
Είναι όλο ευγένεια, γενναιοδωρία
Η Δυσαρμονία επικρατεί όταν
Μπερδεύεις τον σαρκικό πόθο με την αγάπη
Την στιγμή που η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι ατέλειωτη.
Αυτή η αγάπη είναι ένας Βασιλιάς
Αλλά το έμβλημά του είναι κρυμμένο
Το κοράνι μιλά την Αλήθεια
Αλλά το θαύμα του συγκαλύπτεται
Η αγάπη είναι τρύπια από το Βέλος της
Η καρδιά κάθε εραστή
Αίμα κυλά αλλά η πληγή είναι αόρατη
Ρουμι
(Ως αγαπημένου συνήθιζε να υπονοεί το Θείο)
Δεν πειράζει, δεν πειράζει
αν δε θες να μου μιλάς
αν κρυφά μόνο κοιτάζεις
κι όλο μούτρα μου κρατάς.
Μη σε νοιάζει, μη σε νοιάζει
δε θα σπάσει το σχοινί
σαν παιχνίδι να μας μοιάζει
δίχως τέλος και αρχή
Δεν πειράζει, δεν πειράζει
όταν φτάνω κι ειν’ αργά
ούτε θέλω να τρομάζεις
όταν ζούμε χωριστά
Μη σε νοιάζει, μη σε νοιάζει
άμα λείπει το φιλί
σαν παιχνίδι να μας μοιάζει
πάμε πάλι απ την αρχή
Δεν αντέχω άλλο έλα,
έλα πάρε με αγκαλιά
να πεθάνουμε στα γέλια
να `ναι πάλι όπως παλιά
Γιατί τα μάτια σου εγώ έχω φιλήσει
στην αγκαλιά σου η καρδιά μου έχει σβήσει
κι οι δυο μας πήγαμε σε όνειρα μετάξι
μαζί σου αγάπη μου εγώ έχω πετάξει.
...Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.
Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
και να γράψω αυτό το ποίημα
τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
σε ηλιόλουστη μετάφραση.
ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ "Μεταφράζοντας σε έρωτα το τέλος της ζωής" Κ. ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ
χρειάζεται
πολλή
απελπισία
δυσαρέσκεια
και
απογοήτευση
για να
γράψεις
λίγα
καλά
ποιήματα.
δεν
μπορεί
ο καθένας
ούτε να
την
γράψει
ούτε να
την
διαβάσει.
Charles Bukowski(1920-1994)
Ελλάδα μη γαμήσω το στοματικό σου στάδιο
φαγητό λόγια ξερατό και ποιήματα εκεί που
όλα καλούνε το καλάσνικωφ να κελαηδήσει
για να μας βγάλει απ’ την κατάρα της γραφής
με τη σοφία που η Μαρία λέει όταν της δείχνουν
τα ωραία γραφτά των παιδιών: Δώσαμε δώσαμε.
Δεν θέλω ποιήματα, δεν θ’ αφήσω ούτε λέξη να
έχουν τα παιδιά μου εμπόδιο στο μέλλον τους
παρά μονάχα έναν απλό κανόνα όπου η λέξη
θα έχει την αξία της δέσμευσης ή αλλιώς σιωπή
μακριά από τα στόματα, στα χέρια, στο κορμί
χέρια και πλάτη έχει ανάγκη το μέλλον του κόσμου
όχι αυτά τα γαμημένα λόγια μου τ΄ ανήμπορα
να δώσουν μια προοπτική αξιοπρέπειας στα ερχόμενα.
Μη με διαβάζετε λοιπόν, δεν έλειψαν τα λόγια
φύγετε από δω, μακριά, όχι με φαγητό και λόγια
ξερατά και ποιήματα, μα ένα ελάχιστο της πράξης
που επιτέλους στη ζωή αληθινά να τ’ ανασταίνει.
Ένας κατάδικος υπήρξα λέξεων προς ποιήματα
γι’ αυτό ζητάω από το μέλλον σας συγγνώμη.
Πρέπει να σε φροντίσω πιο πολύ.
Να ξαναρχίσω να σου λέω τα μυστικά μου
και να κοιμάμαι κολλημένος στο σώμα σου
το βράδυ όπως παλιά.
Στ’ αυτί σου πρέπει τα χείλη μου ν’ αγγίξω
και σ’ αγαπώ να ψιθυρίσω
με τέτοιο τρόπο που να το πιστέψεις
σαστισμένη να με κοιτάξεις
ν’ αφήσεις τα μάτια σου να μουσκέψουν
την δεξιά παρειά μου
με τα δάκρυά σου να ρέουν
προς το στόμα μου μετά από τόσα χρόνια.
Στην ίδια στάση να ξυπνήσω το πρωί
να βγω στην αγορά να σ’ αγοράσω
κουβάρια μάλλινη κλωστή
για να πλέκεις ζακέτες καθότι χειμώνας
το σπίτι ψηλοτάβανο κι η σόμπα φέτος δεν θ’ ανάψει.
Πρέπει να σου γελάω πιο πολύ
ποιήματα καινούργια να σου γράψω
και ιστορίες να σ’ αφηγηθώ
με ήλιους και σιτοβολώνες
σ’ ένα ψέμα να σε τυλίξω και να σ’ αφήσω
να πιστέψεις ότι κέρδισες
μια ακόμη μέρα ευτυχίας.
Μετά, θα φέρω τον σιδερά
να κλείσει ερμητικά την μπαλκονόπορτα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΟΥΛΙΔΗΣ
Αν ήξερες ότι ήμουν γυάλινη
δεν θα με πετούσες στον τοίχο
Θα περίμενες να μεγαλώσω
Κι αν ήξερα ότι θα πεθάνεις
θα σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
Αλλά αν σου έπλενα τα πόδια κάθε μέρα
δεν θα πέθαινες. Θα ήσουν στο διπλανό δωμάτιο...
.............................................................
Νίκη Χαλκιαδάκη