Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ





Αρρώστησα από μοναξιά μητέρα,
αρρώστησα από το κρύο φως των αστεριών
που εισβάλλει κάθε νύχτα μες στο αίμα μου
κι αρχίζω να πετώ,
πετώ χωρίς ελπίδα
βλέπω τα σπίτια ολοσκότεινα, κλειστά
και τον αγαπημένο να κοιμάται μαγεμένος
βλέπω ζητιάνους στα πάρκα
να φεγγίζουνε
σαν πλάσματα από φώσφορο
ψηλά στα δέντρα τις τρέσες του κακού
και στους νερόλακκους διαμάντια.
Δεν έχω πού να πάω, μητέρα,
το σπίτι, το πηγάδι και τον κήπο
τα σήκωσε ένας στρόβιλος από φωνές
τα πήρε ένας χειμώνας στοιχειωμένος
και τα σκόρπισε
πέρα απ’ τους χάρτες
στους πάγους των δακρύων.

Αρρώστησα από μοναξιά, μητέρα
έβγαλα ράμφος
εκεί που ήταν παλιά η πληγή του στόματος
έβγαλα απαίσια φτερά από μεμβράνη
δηλητηριώδη αγκάθια γύρω από τα δάχτυλα
τρέμω από πυρετό τις νύχτες στο ταβάνι
και πνίγω ό, τι αγαπώ
                                    
                                  Κατερίνα Καριζώνη

Το όνειρο του Φασουλή




Θα γλιστρήσω έξω μπροστά στην αυλαία,
προσέχοντας πολύ να μην μπερδέψω τα σκοινιά μου
καθώς θα πέφτω
θα χτυπήσω τα κουδουνάκια μου (χαρούμενα)
θα βγάλω το καπέλο μου
και πριν ο κουκλοπαίκτης καταλάβει τι συμβαίνει
θα μιλήσω με τη δική μου φωνή,
ξέρετε,
τη δική μου φωνή,
που θα βγαίνει από το δικό μου κεφάλι
για πρώτη και τελευταία φορά,
γιατί μετά θα με βάλουν πάλι πίσω στο κουτί,
τυλιγμένο σε λεπτό χαρτί.
Θα πω αυτό που ήθελα να πω
μιαν ολόκληρη ξύλινη αιωνιότητα.
Θα το πω, όσο γελοία
κι αν ηχήσει η φωνίτσα μου, όσο τσιριχτή.
Θα πω το πιο σημαντικό, το πιο σοβαρό πράγμα,
Θα πω το ρόλο μου…
Μπορεί να ακουστεί.
Μπορεί κάποιος να τον προσέξει.
Μπορεί να μην γελάσουν.
Μπορεί να πιάσει στα παιδιά
και να ενοχλήσει τους μεγάλους.
Μπορεί ν’ αλλάξει τα χρώματα στο σκηνικό.
Μπορεί να σκευρώσει το κοντραπλακέ
και τις σκιές των προβολέων. Μπορεί ν’ ανατρέψει
τον νόμο της σχετικότητας.
Θα πω…Καλησπέρα σας παιδιά, τώρα που είμαστε μαζί
πείτε γεια σου και χαρά σου στον καλό σας Φασουλή!



MIROSLAV HOLUB (1923-1998)

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2016

Προσωπικό

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.





Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

Μιχάλης Γκανάς

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

Αφήγηση















Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Μέχρι Θανάτου















Δεν πρόφτασα να ζήσω 
Αλλά τουλάχιστον

Θα προλάβω να πεθάνω ζωντανός 
Όχι νεκρός

Πάντα μπορούσα
Να ξεχωρίζω


Απ’ το σχολείο ακόμα
–Μικρός σαν πετραδάκι–
Τους ζωντανούς από τους νεκρούς


 Άλλωστε εγώ

 Πάντα την αγαπούσα
Την ζωή


 Μέχρι θανάτου
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

ΓΙΑΤΙ;















...Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεσαι στὸ χῶμα... (απόσπασμα)

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

ΑΝΕΜΟΣ ΑΚΑΤΗΧΗΤΟΣ















Άνεμος ακατήχητος 
ανάβει μνήμη τη σοδειά
στο χωραφάκι του ονείρου
Ανάγκης άκληρος ταξιδευτής
πλέκει υφάδι προσμονή
στης στράτας την άγια μοναξιά,
αρμύρας ίχνημα 
στου πρωιού το σώμα
Πουλιά, αγρίμια
και «περίεργα φυτά» 
ψυχοπλανούν το λόγο του
σε κείμενο αιθυλικό,
απότοκο της χίμαιρας,
μπάσταρδο της Ιθάκης...
Μ.Μ.