Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα
Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν
Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή
Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ
Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ
Δεν πρόφτασα να ζήσω
Αλλά τουλάχιστον
Θα προλάβω να πεθάνω ζωντανός
Όχι νεκρός
Πάντα μπορούσα
Να ξεχωρίζω
Απ’ το σχολείο ακόμα
–Μικρός σαν πετραδάκι–
Τους ζωντανούς από τους νεκρούς
Άλλωστε εγώ
Πάντα την αγαπούσα
Την ζωή
Μέχρι θανάτου
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
...Γιατί εἶναι ἀπόμακρη ἡ φωνή σου;
σήκωσε λίγο τὸ κεφάλι
νὰ καταλάβω τί μοῦ λὲς
ὅσο μιλᾶς τ᾿ ἀνάστημά σου
ὁλοένα πάει καὶ λιγοστεύει
λὲς καὶ βυθίζεσαι στὸ χῶμα... (απόσπασμα)
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ
Άνεμος ακατήχητος
ανάβει μνήμη τη σοδειά
στο χωραφάκι του ονείρου
Ανάγκης άκληρος ταξιδευτής
πλέκει υφάδι προσμονή
στης στράτας την άγια μοναξιά,
αρμύρας ίχνημα
στου πρωιού το σώμα
Πουλιά, αγρίμια
και «περίεργα φυτά»
ψυχοπλανούν το λόγο του
σε κείμενο αιθυλικό,
απότοκο της χίμαιρας,
μπάσταρδο της Ιθάκης...
Μ.Μ.
Δε σου κράτησα ποτέ κακία. Παράπονο μόνο…
Να ήξερες πόσες νύχτες προσπαθούσα με τη σκέψη μου να επικοινωνήσω μαζί σου…
Να σου στείλω ένα μήνυμα… Κι εσύ δεν άκουγες…
Ξέρεις, ο πονεμένος αποζητά τον ίσκιο ενός ανθρώπου,
για να καθήσει από κάτω, να κουρνιάσει και να κλάψει με την ησυχία του.
Ο πόνος θέλει μια σκέψη.
Ένα καταφύγιο για να καταλαγιάσει. Όταν δεν υπάρχει τίποτα γίνεται πιο σκληρός.
Πιο κοφτερός. Σε παίρνει το κατόπι κι όπου σε βρει σε μαχαιρώνει,
ώσπου να σε ρημάξει…
Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ
«Κάθε πρωί για να κερδίσω το ψωμί μου
στο παζάρι κατεβαίνω που αγοράζουν τα ΨΕΜΑΤΑ
όλος ελπίδα τη θέση μου παίρνω ανάμεσα στους πουλητές» Μπ. ΜΠΡΕΧΤ
Ναι, δεν έχει να κάνει
με το να βρεις να ξαποστάσεις,
να εγκατασταθείς.
Η εγκατάσταση θέλει βιβλία,
πολλά βιβλία, πολλές ώρες
να τις περνάς με άλλους.
Ενώ η εφευρετικότητα θέλει
λιτά δωμάτια
μία καρέκλα ένα τραπέζι ένα τετράδιο
δύο πουκάμισα, δύο παντελόνια όχι τρία
και καθαρά εσώρουχα
τόσα ώστε να τα χωράς
μεμιάς σ’ ένα σακίδιο μονίμως έτοιμο
για τη φυγή.
Ζητά να απεκδύεσαι το βάρος
γνωστών συντεταγμένων
των εξηγήσεων που τις ακολουθούν
ζητά να διαζευχθείς τα πάντα
βιβλία πιάνα οικογένεια
προς χάριν ενός δωματίου
γυμνού και δίχως πλαίσια.
Τα έπιπλα του νου φτάνουν και περισσεύουν.
ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ ΓΛΥΝΙΑΔΑΚΗ
(από τη συλλογή "Αστικά ερείπια (και αντιπερισπασμοί)", εκδ. Πόλις, 2013)