"Κλείνω τα μάτια μου κι όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.
Ανοίγω τα βλέφαρά μου, και ξαναγεννιέται."
Σύλβια Πλαθ
«Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη σαν όλες τις άλλες.
Την κάνω εξαιρετικά καλά.»
Σύλβια Πλαθ
"Κλείνω τα μάτια μου κι όλος ο κόσμος πέφτει νεκρός.
Ανοίγω τα βλέφαρά μου, και ξαναγεννιέται."
Σύλβια Πλαθ
«Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη σαν όλες τις άλλες.
Την κάνω εξαιρετικά καλά.»
Σύλβια Πλαθ
Ο θάνατος θά ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου —
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
απ’ το πρωί ως το βράδυ, άγρυπνος,
κρυφός, σαν μια παλιά τύψη
ή μια παράλογη συνήθεια. Τα μάτια σου
θα ναι μια άδεια λέξη,
κραυγή που έσβησε, σιωπή.
Έτσι τα βλέπεις κάθε πρωινό
όταν μονάχη σκύβεις
στον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
αυτή τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή κι είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Ο θάνατος θά ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σαν ν’ αφήνεις μια συνήθεια,
σαν ν’ αντικρίζεις μέσα στον καθρέφτη
να αναδύεται ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ ακούς ένα κλεισμένο στόμα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.
(Τσέζαρε Παβέζε,
O θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει τα μάτια σου, Σωτήρης Τριβιζάς (μετ), εκδ. Καστανιώτης, σ. 68, 1997)
Γεννιέσαι και δεν ξέρεις τίποτα,
Ζώντας μαθαίνεις λίγα,
Όμως πεθαίνοντας ίσως δεις
(«Τοngaretti Giuseppe, Ποιήματα, Ίκαρος)
"...το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· δυο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι· ολίγες μέντες από δυο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες· ένα τραγούδι, βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος· και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντα. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του..φωτογραφία, την καταδικασμένη, να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ."
ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ
Καλός ὁ Θάνατος!.. Ἥσυχος, ἀμετάτρεπτος
– καλός πρὶν ἀπ’ τὸ θάνατό μας!
Διδάσκει τὴν ἀπόλυτη ἰσότητα κι ἁπλότητα,
δίνει
τὴ μοναδική ἀπ’ τὰ πρίν παρηγοριά τῆς βέβαιης ἀνυπαρξίας,
τὴ βαθειάν ἀδελφοσύνη
– ἕνα αἴσθημα περήφανης ἀδιαφορίας καὶ μεγαλοψυχίας
πέρα ἀπ’ ὅλες τὶς τάξεις καὶ τὰ σύνορα.
Δὲν ἔχει χρόνο κ’ ἐθνικότητα. Τί χρειάζονται τ’ ἄλλα λοιπόν;
Τί χρειαζόμαστε;..
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
την ημέρα εκείνη ξέρω θα κλαίνε η κόρη κι ο γιός μου
η σύζυγός μου ξέρω θα κλαίει
όπως ξέρω και ότι τα χειρότερα για μένα θα λησμονηθούν
και ίσως
να θυμηθούνε κάποιο ποίημά μου
κάποια συλλαβή μου γραμμένη στην άμμο
την επόμενη μέρα όλα θα είναι αδιάφορα
απείραχτα
με μοναδική λεπτομέρεια
την απουσία μου
VLADIMIR JANTUS CASTELLI, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.
Θα κοιμηθώ, μα δίχως να ξυπνήσω,
ύπνο στέρφο απ’ ονείρατα. Όπως σβήνει
το κάθε τι που ανάφτηκε, θα σβήσω,
χωρίς αχνάρι απ’ το Είναι μου να μείνει.
Κάτι θα μείνει απ’ το Είναι μου. Θ’ αφήσω
απέναντι μια αγάπη —όπως αφήνει
στο διάβα της, στα βήματά της πίσω,
το αιθέριο του κορμιού της μύρο, Εκείνη.
Η αγάπη μου αυξάνει κι όλο αυξάνει,
της ζήσης μου όσο σώνεται το λάδι·
χώρια από εμέ θα ζει γιγαντεμένη.
Και πριν στερνά να κοιμηθώ ένα βράδυ,
θα βουτηχτώ στου χωρισμού το θρήνο.
Μια αγάπη ζωντανή νεκρός θ’ αφήνω.
(Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, εκδ. γράμματα)