Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

ΚΑΛΟΣ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Καλός ὁ Θάνατος!.. Ἥσυχος, ἀμετάτρεπτος

– καλός πρὶν ἀπ’ τὸ θάνατό μας!

Διδάσκει τὴν ἀπόλυτη ἰσότητα κι ἁπλότητα,

δίνει

τὴ μοναδική ἀπ’ τὰ πρίν παρηγοριά τῆς βέβαιης ἀνυπαρξίας,

τὴ βαθειάν ἀδελφοσύνη

– ἕνα αἴσθημα περήφανης ἀδιαφορίας καὶ μεγαλοψυχίας

πέρα ἀπ’ ὅλες τὶς τάξεις καὶ τὰ σύνορα.


Δὲν ἔχει χρόνο κ’ ἐθνικότητα. Τί χρειάζονται τ’ ἄλλα λοιπόν;

Τί χρειαζόμαστε;..


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

ΤΗ ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΜΟΥ

την ημέρα εκείνη ξέρω θα κλαίνε η κόρη κι ο γιός μου

η σύζυγός μου ξέρω θα κλαίει

όπως ξέρω και ότι τα χειρότερα για μένα θα λησμονηθούν


και ίσως

να θυμηθούνε κάποιο ποίημά μου

κάποια συλλαβή μου γραμμένη στην άμμο


την επόμενη μέρα όλα θα είναι αδιάφορα

απείραχτα

με μοναδική λεπτομέρεια

την απουσία μου


VLADIMIR JANTUS CASTELLI, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

ΜΑ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

 

Θα κοιμηθώ, μα δίχως να ξυπνήσω,

ύπνο στέρφο απ’ ονείρατα. Όπως σβήνει

το κάθε τι που ανάφτηκε, θα σβήσω,

χωρίς αχνάρι απ’ το Είναι μου να μείνει.


Κάτι θα μείνει απ’ το Είναι μου. Θ’ αφήσω

απέναντι μια αγάπη —όπως αφήνει

στο διάβα της, στα βήματά της πίσω,

το αιθέριο του κορμιού της μύρο, Εκείνη.


Η αγάπη μου αυξάνει κι όλο αυξάνει,

της ζήσης μου όσο σώνεται το λάδι·

χώρια από εμέ θα ζει γιγαντεμένη.


Και πριν στερνά να κοιμηθώ ένα βράδυ,

θα βουτηχτώ στου χωρισμού το θρήνο.

Μια αγάπη ζωντανή νεκρός θ’ αφήνω.


(Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, εκδ. γράμματα)

Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΘΑΜΕΝΩΝ

Αργά το απόγευμα

Οι πεθαμένοι μαζεύονται

Στην πλατεία για να τηλεφωνήσουν

Στους δικούς τους


Κρατάνε σφιχτά την κάρτα

Και στέκονται στη σειρά

Έξω από τον τηλεφωνικό θάλαμο


Οι περαστικοί που τους βλέπουν

Μονολογούν : «Από πού ήρθατε πάλι εσείς

γέμισε μετανάστες η πόλη»

Κι αυτοί μ’ ένα μουρμουρητό τούς απαντούν:

«Δεν είμαστε εμείς μετανάστες

μεταστάντες είμαστε».

Γ. ΝΤΑΟΥΛΤΖΗ


Εν τέλει















είμαστε
το έργο
τέχνης
της
ζωής
μας

ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

Κυριακή 26 Μαΐου 2024

Επίκαιροι Αμίλητοι,

 











Την ώρα που αεροκοπανάνε οι 

άρχοντεςπερί δημοκρατικής τάξης,

ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,οι 

ηγεμόνες δυναμώνουν,

ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,των 

ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,

περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο

κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο 

το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,

και πού το παράπονό τους να πούνε;

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,

πώς να αποχωριστούνε;

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,

μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,

άλλο δε μας μένει.


                                                 Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

                                                             1893-1930

Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024

ΝΑ ΖΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΚΑΕΙΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ, Μπορίς Λεονίντοβιτς Παστερνάκ

Θαυμάσια θα ήταν αν ήμουν ικανός

έστω και με σημάδια του λάθους

να έγραφα μόνο οχτώ σειρές

για τις ιδιότητες του πάθους.


Για τις παρανομίες , τις αμαρτίες,

τις κούρσες , το κυνηγητό,

για την απρέπεια στη βιασύνη

και της πληγής το βογκητό.


Ήχο θα έβαζα στους νόμους των παθών

με τις χορδές των αισθημάτων,

με την ελαφριά ανάσα

των πελάγων και ποιημάτων


Θα χάραζα τους στίχους σαν τον κήπο

με τις σειρές από δέντρα

οι φλαμουριές θ’ ανθούσαν στη σειρά

εις φάλαγγα κατ’ άνδρα.


Θα έφερνα στους στίχους την πνοή των λουλουδιών,

τα χρώματα της χώρας,

το θέρισμα του χόρτου , το σπαθόχορτο

και το μπουμπουνητό της μπόρας.


Άλλοτε έτσι ο Σοπέν έδωσε

ζωντανά μάτια

λιμνών, πάρκων και νεκροταφείων

στα μουσικά κομμάτια.


Πετυχημένου θριάμβου

παιχνίδι, πόνος

του κόσμου παρηγορητής.


                          Μπορίς Λεονίντοβιτς Παστερνάκ

                                                               1890-1960