«Ανάγκη σκιαμαχείν απολογούμενον» (Πλάτωνας, «Απολογία Σωκράτους»)
Όταν μιλάς, απολογείσαι σε ίσκιους.
Δεν είναι ο ήχος που ακούς όταν σπας το κενό συναρμόττοντας φθόγγους και λέξεις.
Είναι που κάθε σου μέρα οφείλει – αν θέλει να λέγεται μέρα – να σκεπάσει τη νύχτα.
Δεν διώχνεις το σκοτάδι σιωπηλά γιατί η νύχτα είναι η απόρθητη σιωπή.
Νύχτα είναι το μαχαίρι που καρφώνεται στην πλάτη του χρώματος.
Όταν μιλάς, απολογείσαι σε ίσκιους.
Είσαι σε ένα σπίτι με τα μάτια κλειστά και τις κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα.
Το σκοτάδι σε φοβίζει. Και όμως δεν θα το διώξεις, αν δεν το αντικρίσεις κατάματα.
Δεν αρκεί να διαβάζεις με ένα μικροσκοπικό φακό βυθισμένος στη σιωπή.
Ένα σπίρτο δεν φέρνει το ξημέρωμα.
Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα.
Να ξέρεις ότι έχεις μπροστά σου ατέλειωτους ίσκιους που σε ειρωνεύονται.
Μαχαίρωσε τη νύχτα, δέσε τους ίσκιους. Δεν θα μπορέσεις. Ακούς από τώρα το γέλιο τους.
Δεν θα διώξεις τα φαντάσματα απειλώντας τα.
Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα.
Είσαι σε ένα σπίτι με χιλιάδες παράθυρα και τη νύχτα ανεβασμένη στο θρόνο της.
Αν θες το φως, άνοιξε τα παράθυρα.
Και από κάθε σχισμή, φαίνονται ακτίνες συμπαραστάτες σου.
Και κάθε ακτίνα είναι λιοντάρι κομμένο από τον θρόνο της νύχτας.
Αν θες το φως, ψάξε το δρόμο που φεύγει από σένα και πηγαίνει στον άλλον,
Και από τον άλλον σε άλλον και έτσι κάποτε γυρνάει σε σένα.
Και τότε δεν είσαι μόνος σου αλλά μαζί με πολλούς.
Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα.
Πολλά χέρια θα ανοίξουν πιο γρήγορα τα παράθυρα.
Πολλά χέρια θα φέρουν περισσότερες ακτίνες.
Και όσο ανοίγουν παράθυρα, τόσο προχωρά ο δρόμος που άρχισες,
Και ανοίγει το πέρασμα για να ανέβει ο ήλιος.
Και είσαι πια σε ένα σπίτι με χιλιάδες ανοιγμένα παράθυρα να καλωσορίζουν τον ήλιο.
Και η μέρα που ξυπνά βγάζει τις αλυσίδες της ,
και τις φορά στα σκυλιά της Εκάτης.
ΧΡ.ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ
Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2020
«Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα»
Ετικέτες
Χρήστος Τσαγκάρης
ΕΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ
Το στόμα μου ανοίγει στο ύψος της πείνας του
να εξημερώσει το φως.
Άλλες φορές χάσκει σαν ανοικτό παράθυρο
έτοιμο να στροβιλίσει εντός του
όλες τις φωτεινές διαθλάσεις των ωρών·
άλλοτε σαν κλειστό ευαγγέλιο
δέχεται τις αχτίδες του ήλιου
μόνο απ’ τις χαραμάδες του σελιδοδείκτη.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Το φως που τυφλώνει τα χέρια μας
και ψαύουν ξένα σώματα
-αυτό είναι η αγάπη, λένε-.
Το φως που αφυπνίζει τις αισθήσεις μας
και σκάβουν την αλήθεια
-ποια αλήθεια διάολε; Πρώτη φορά ζούμε όλοι-.
Το φως που προοικονομεί με τις σκιές
την πορεία των σωμάτων
-πεθαίνουν και οι αγαπημένοι μας μαμά;-
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Οι ανθισμένες ρεκλάμες στους δρόμους
δεν λένε να ησυχάσουν τα βράδια·
μου υπενθυμίζουν το ετερόφωτό μας
θυμίζουν εσένα.
Είναι κι αυτή η αρχή του Ήρωνα:
«το φως διαδιδόμενο από ένα σημείο σε άλλο
ακολουθεί τη συντομότερη οδό»
που σφίγγει σαν θηλιά το λαιμό μου
για όλα εκείνα τα «σ’ αγαπώ» που έθαψα
κάτω από τόνους περιγραφών
για όλες τις «συγγνώμες» που ταξίδεψα
μέσα από βουνά και λαγκαδιές επιχειρημάτων.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Κι όμως παιδί, έπιανα απ’ τις φτερούγες του τον ήλιο
και τον βασάνιζα
πάνω κάτω
πάνω κάτω
Κι ύστερα σφυρίζοντας αδιάφορα τον ελευθέρωνα
ζαλισμένο
-πού να ‘ξερα πόσο θα μου κόστιζε σήμερα μια μονάχα του
ηλιαχτίδα-.
Μα ούτε και τότε κατάφερα να τον τιθασεύσω
ολοκληρωτικά.
Γλιστρούσαν οι αχτίδες από τα δάχτυλά μου
όπως εγώ απ’ την αγκαλιά του πατέρα
και κυλούσαν στο χώμα, σκόρπιζαν στον αέρα.
Αχ! Αν είχα μαζέψει έστω αυτό το σπαταλημένο φως
αν είχα δεχτεί εκείνα τα χαμένα φιλιά
τώρα θα ήμουν ένας πλούσιος αστός.
Με δικό του κήπο και με περισσά χάδια.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Ύστερα ήρθαν μέρες που οι καύτρες των τσιγάρων
σημάδευαν ανθρώπους,
νύχτες που τα φώτα των φορτηγών
ούρλιαζαν σαν ανακριτικοί προβολείς
ΑΝ ΔΕΝ ΣΤΡΙΨΕΙΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
χρόνια που ανατράφηκαν στο φως της λάμπας
να γίνουν κάποια μέρα πυγολαμπίδες
-κι ας τα ’θελες μύγες απλά μύγες στα ρουθούνια της ζωής-.
Ύστερα είδα κορμιά να λαμπαδιάζουν στο κέντρο
μιας πλατείας
ανθρακωρύχα μάτια να ζουν εξήντα εννιά νύχτες
δίχως χρώματα
αθώα πρόσωπα με φωταγωγημένες τις πιο σκοτεινές γωνιές των φόβων
τους
γέρικα χέρια χλωμά να ανεμίζουν τα λυχνάρια της ήττας τους.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Κι έπειτα ήρθε και ο θάνατος σαν μια ανοιξιάτικη μέρα
στο πάρκο·
η διπλανή κούνια επέστρεψε χωρίς τον αναβάτη της.
Ύστερα κι άλλη κούνια κι άλλη κούνια κι άλλη κούνια.
Όλες άδεια καθίσματα
σώματα χαμένα στη χοάνη του φωτός.
Κι έπειτα ο σφυγμός ξανά.
Παιδικά γέλια και φώτα να εκτοξεύονται σαν από πίδακα
ή από το σπασμένο σωλήνα του δρόμου
κι εσύ με τρύπια χέρια να κρύβεις τη χαρά σου
να προσπαθείς να α ν τ έ ξ ε ι ς τη χαρά σου.
Τροχιές αστεριών οι φίλοι, συγκλίνουσα δέσμη φωτός το σπέρμα, γαιόφως η έμπνευση,
όλα στη ζωή μου φωτεινά.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
«Και το σκοτάδι;». Με ρωτάς.
«Δεν ανασαίνει το σκοτάδι;»
«Δεν αγριεύεις στο σκοτάδι;»
Όχι, δεν γνώρισα σκοτάδι.
Όσο οι μνήμες μου φωσφορίζουν
δεν ξέρω από σκοτάδι.
Μονάχα να μη ξεπεράσω την ταχύτητα
του φωτός
φοβάμαι.
Ναι, αυτό φοβάμαι.
Να μη ξεχάσω οτι ζω
Να μη ξεχάσω ότι
παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερωθώ
στο φως.
Σπύρος Αραβανής, «Εξημερώνοντας το φως»
Στον Γιάννη Ρίτσο
(Από το βιβλίο: «Ιστορία ενός Ανθρώπου», εκδ. Μετρονόμος 2011)
να εξημερώσει το φως.
Άλλες φορές χάσκει σαν ανοικτό παράθυρο
έτοιμο να στροβιλίσει εντός του
όλες τις φωτεινές διαθλάσεις των ωρών·
άλλοτε σαν κλειστό ευαγγέλιο
δέχεται τις αχτίδες του ήλιου
μόνο απ’ τις χαραμάδες του σελιδοδείκτη.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Το φως που τυφλώνει τα χέρια μας
και ψαύουν ξένα σώματα
-αυτό είναι η αγάπη, λένε-.
Το φως που αφυπνίζει τις αισθήσεις μας
και σκάβουν την αλήθεια
-ποια αλήθεια διάολε; Πρώτη φορά ζούμε όλοι-.
Το φως που προοικονομεί με τις σκιές
την πορεία των σωμάτων
-πεθαίνουν και οι αγαπημένοι μας μαμά;-
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Οι ανθισμένες ρεκλάμες στους δρόμους
δεν λένε να ησυχάσουν τα βράδια·
μου υπενθυμίζουν το ετερόφωτό μας
θυμίζουν εσένα.
Είναι κι αυτή η αρχή του Ήρωνα:
«το φως διαδιδόμενο από ένα σημείο σε άλλο
ακολουθεί τη συντομότερη οδό»
που σφίγγει σαν θηλιά το λαιμό μου
για όλα εκείνα τα «σ’ αγαπώ» που έθαψα
κάτω από τόνους περιγραφών
για όλες τις «συγγνώμες» που ταξίδεψα
μέσα από βουνά και λαγκαδιές επιχειρημάτων.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Κι όμως παιδί, έπιανα απ’ τις φτερούγες του τον ήλιο
και τον βασάνιζα
πάνω κάτω
πάνω κάτω
Κι ύστερα σφυρίζοντας αδιάφορα τον ελευθέρωνα
ζαλισμένο
-πού να ‘ξερα πόσο θα μου κόστιζε σήμερα μια μονάχα του
ηλιαχτίδα-.
Μα ούτε και τότε κατάφερα να τον τιθασεύσω
ολοκληρωτικά.
Γλιστρούσαν οι αχτίδες από τα δάχτυλά μου
όπως εγώ απ’ την αγκαλιά του πατέρα
και κυλούσαν στο χώμα, σκόρπιζαν στον αέρα.
Αχ! Αν είχα μαζέψει έστω αυτό το σπαταλημένο φως
αν είχα δεχτεί εκείνα τα χαμένα φιλιά
τώρα θα ήμουν ένας πλούσιος αστός.
Με δικό του κήπο και με περισσά χάδια.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Ύστερα ήρθαν μέρες που οι καύτρες των τσιγάρων
σημάδευαν ανθρώπους,
νύχτες που τα φώτα των φορτηγών
ούρλιαζαν σαν ανακριτικοί προβολείς
ΑΝ ΔΕΝ ΣΤΡΙΨΕΙΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
χρόνια που ανατράφηκαν στο φως της λάμπας
να γίνουν κάποια μέρα πυγολαμπίδες
-κι ας τα ’θελες μύγες απλά μύγες στα ρουθούνια της ζωής-.
Ύστερα είδα κορμιά να λαμπαδιάζουν στο κέντρο
μιας πλατείας
ανθρακωρύχα μάτια να ζουν εξήντα εννιά νύχτες
δίχως χρώματα
αθώα πρόσωπα με φωταγωγημένες τις πιο σκοτεινές γωνιές των φόβων
τους
γέρικα χέρια χλωμά να ανεμίζουν τα λυχνάρια της ήττας τους.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
Κι έπειτα ήρθε και ο θάνατος σαν μια ανοιξιάτικη μέρα
στο πάρκο·
η διπλανή κούνια επέστρεψε χωρίς τον αναβάτη της.
Ύστερα κι άλλη κούνια κι άλλη κούνια κι άλλη κούνια.
Όλες άδεια καθίσματα
σώματα χαμένα στη χοάνη του φωτός.
Κι έπειτα ο σφυγμός ξανά.
Παιδικά γέλια και φώτα να εκτοξεύονται σαν από πίδακα
ή από το σπασμένο σωλήνα του δρόμου
κι εσύ με τρύπια χέρια να κρύβεις τη χαρά σου
να προσπαθείς να α ν τ έ ξ ε ι ς τη χαρά σου.
Τροχιές αστεριών οι φίλοι, συγκλίνουσα δέσμη φωτός το σπέρμα, γαιόφως η έμπνευση,
όλα στη ζωή μου φωτεινά.
Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
«Και το σκοτάδι;». Με ρωτάς.
«Δεν ανασαίνει το σκοτάδι;»
«Δεν αγριεύεις στο σκοτάδι;»
Όχι, δεν γνώρισα σκοτάδι.
Όσο οι μνήμες μου φωσφορίζουν
δεν ξέρω από σκοτάδι.
Μονάχα να μη ξεπεράσω την ταχύτητα
του φωτός
φοβάμαι.
Ναι, αυτό φοβάμαι.
Να μη ξεχάσω οτι ζω
Να μη ξεχάσω ότι
παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερωθώ
στο φως.
Σπύρος Αραβανής, «Εξημερώνοντας το φως»
Στον Γιάννη Ρίτσο
(Από το βιβλίο: «Ιστορία ενός Ανθρώπου», εκδ. Μετρονόμος 2011)
Ετικέτες
Σπύρος Αραβανής
Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2019
Μύγες Δεκεμβρίου

Σε προσκαλώ να φάμε μεζέδες λουκούμια
να πιούμε κρύο νερό
Αδημοσίευτους στίχους να διαβάσουμε
Για τού Ρεμπώ την ορθοστασία απ’ το βάρος των δαιμόνων
Για τη μαμά που αγοράζει κρέμες στα Body shop
Σε προσκαλώ θεάνθρωπε λετριστή
να γνωρίσεις πόσο θάνατο κρύβουν τα σινεμά
πόση αγάπη οι γάμοι που θα φτάσουν στο έγκλημα
Σε προσκαλώ Δεκέμβρη από μελανιές και κακώσεις
Με τους ματατζήδες και τους Ναζωραίους σου
Με τα νεκρά ορνιθοτροφεία των Μεγάρων σου
Ωραίες πολεμίστρες της παράνοιας
Ω Ελλάς ελλήνων νυμφομανών
Ωραία βρακιά στα σύρματα
στο φέγγος των ανέμων
Σε προσκαλώ νεκράνθεμο στους καμπινέδες του Άρεως
Σε τούτα τα πεδία εδώ
μοσχοβολάει το σπέρμα και το κάτουρο
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη η ηδονή
Των ισχνών στύσεων η ποίησις
Των οικονομολόγων η φρέσκια ηρωίνη
στα πρωινάδικα
Σε προσκαλώ θανατούλη σκυλόμουτρο
στην υγρή Βηθλεέμ του Αιγαίου
να με δεις να γεννιέμαι νεκρός
Δια παντός αθάνατος και μόνος
ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ 8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ, 2019
Ετικέτες
ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ
Σάββατο 3 Αυγούστου 2019
«Ἔρως ἀνίκατε μάχαν»
Ἀφροδίτη Ἀρεία - Ἡ πολεμικὴ Ἀφροδίτη
....Σκοπὸς λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου, νὰ μιλήσω γιὰ τὴν φυλή μας, εἶναι τὸ νὰ τακτοποιήσῃ, νὰ γεωμετρήσῃ, τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν πέριξ αὐτοῦ κόσμο, ὥστε καὶ ὁ Κόσμος, μὲ τὴν σειρά του, νὰ τὸν ἀναβαπτίσῃ μέλος θειοτέρου γένους μὲ μεγαλύτερη εὐχέρεια χρήσεως τῆς ἐρωτικῆς δυνάμεως, μία πορεία ὅπου στὸ τέλος τῆς διαδρομῆς, καὶ μέσῳ συνεχομένων ἀλλαγῶν τῆς ψυχονοητικῆς δομῆς τοῦ ὄντος, ὁδηγεῖ στὴν θέωσι. Οἱ ἀδύναμοι ὅμως ἢ μὴ ἕτοιμοι χαρακτῆρες ἀδυνατοῦν νὰ ἀνταπεξέλθουν στὸ κοσμικὸ καὶ προσωπικό τους καθῆκον καὶ μὲ τρόπον ἀδέξιο χειρίζονται τὴν δύναμι. Εἶναι ἐξόχως δύσκολο νὰ δαμάσῃς καὶ νὰ χαλιναγωγήσῃς τὴν ἄγρια ῥοὴ τῶν ἐρωτικῶν ὑδάτων καὶ νὰ ἱππεύσῃς τὸ κῦμα τους, ἐπιλέγοντας συνειδητὰ τὸν παραπάνω τελικὸ προορισμό. Τὸ κλειδὶ κρίνω πὼς εἶναι ἡ διοχέτευσις τῆς δυνάμεως ὅπου χαρίζει ὁ ἔρως στὴν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν ἐραστὴ δημιουργία, κυρίως στὸ πνευματικὸ ἀλλὰ καὶ στὸ ὑλικὸ πεδίο. Διαφορετικὰ καὶ ὅπως βλέπουμε συνήθως νὰ συμβαίνῃ στὴν ζωή, μπορεῖ νὰ ἀποβῇ διαλυτικὴ γιὰ τὸν ἑαυτό, μία ἐμπειρία καταστροφικὴ ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸ Ἐγὼ εἴτε σὲ ὀπισθοχώρησι καὶ περιχαράκωσι εἴτε σὲ ξόδεμμα τοῦ ἱεροῦ σώματος καὶ ἀνώφελο σκόρπισμα τῶν ψυχικῶν δυνάμεων.....
Ἡ ἀπὸ κοινοῦ δημιουργία γεννᾷ τὴν μυητικὴ σχέσι διδασκάλου καὶ μαθητοῦ, ὅπου οἱ ἐραστὲς κατέχουν τοὺς δύο ῥόλους ταυτοχρόνως. Καὶ σαφῶς ἡ ἀνώτερη δημιουργία εἶναι ἡ ἴδια ἡ σχέσις. Δίπλα στοὺς παραλλήλους δρόμους τοῦ μέχρι τότε βίου τῶν ἐραστῶν ξεκινᾷ ἕνας τρίτος κοινός, ἀρχικῶς παράλληλος πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ συγκλίνουν καὶ τελικῶς ἑνώνονται, ἂν καὶ πάντα ὑπάρχει ἕνας μυστικὸς παράδρομος. Μέσα ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀπόκτησι ποικίλων ἐμπειριῶν καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς καὶ τὶς εὐχάριστες, οὐδέτερες ἢ δυσάρεστες ἐναλλαγὲς τῆς τύχης, σφυρηλατοῦν παρομοίως, τὰ δύο πρόσωπα ὡς συνασπισμένοι σύμμαχοι πλέον, κοινὸ τρόπο σκέψεως καὶ δράσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν περιστάσεων, ὅμως ὄχι ἁπλῶς υἱοθετῶντας ὁ ἕνας τὸν μηχανισμὸ τοῦ ἄλλου, τοῦτο θὰ ἦταν λάθος. Ὁ νέος κοινὸς τρόπος, εὐγενέστερος καὶ ὑψηλότερος, θὰ πρέπῃ νὰ ὑπερβῇ τοὺς προηγουμένους ἔχοντας ὡς σκοπὸ τὴν ἐξύψωσι τῶν ἐραστῶν σὲ μία νέα ψυχονοητικὴ κατάστασι, στὴν ἀναγέννησι αὐτῶν ὡς κοσμικῶν πολεμιστῶν. Ἡ ἐρωτικὴ δύναμι δύναται, μὲ τὴν ὀρθὴ καὶ πάντα μέσα ἀπὸ λάθη κατακτημένη χρῆσι της, νὰ ἐξυψώσῃ τοὺς ἐραστὲς σὲ ὄντα ἀνώτερα. Νομίζω κάπως ἀνάλογο μὲ τὸν παραπάνω συλλογισμὸ κηρύττει μὲ τὸν ποιητικό του λόγο ὁ Χριστιανόπουλος στὸ ποίημα «Κατάνυξη».
Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.
Καὶ ἐδῶ μοῦ ἔρχεται στὸν νοῦ τὸ σύμβολο τοῦ λυκανθρώπου, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὸν γνωστὸ μῦθο ἀλλὰ μὲ μίαν ἔννοια βαθύτερη ὅπου τοῦ ἀποδίδει ὁ μυστικισμός. Ὁ μύστης λυκάνθρωπος γιὰ ὡρισμένους ἀποκρυφιστὲς εἶναι τὸ ὄν ὅπου κατορθώνει νὰ δαμάσῃ τὴν ἀρχαία δύναμι καὶ νὰ μετατρέπῃ τὸ σκότος σὲ φῶς, τὸ χάος σὲ τάξι, τὴν ἀσχήμια σὲ κάλλος, τὸ κτῆνος σὲ ἄνθρωπο, στὸ μικρό του ἔστω πεδίο· ὄν στὸ σύνορο δύο κόσμων, ὁ κατ’ ἐξοχὴν κοσμικὸς πολεμιστής. Οἱ ἐραστὲς μποροῦν νὰ τιθασεύσουν τὴν ἐρωτικὴ δίνη ἀνοίγοντας πύλη πρὸς τὰ ἀνώτερα πεδία καὶ νὰ αὐλακώσουν τὴν ἀχαλίνωτη ῥοή της καθοδηγῶντας την στὸ νὰ ξεπλένῃ τὸ σκότος μὲ φῶς, τὸ χάος μὲ τάξι, τὴν ἀσχήμια μὲ κάλλος καὶ νὰ ἐξανθρωπίζῃ τὸ ἐντὸς κτῆνος.
Στὴν ἀστρολογία ὁ πλανήτης τῆς Ἀφροδίτης κυβερνᾷ τὸ ζώδιο τῶν Ταύρων καὶ κυρίως τῶν Ζυγῶν. Ὁ ἥλιος στὸν Ζυγὸ εἶναι ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ δανειστῶ τὴν ὡραία ἔκφρασι ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. Τὸ σύμβολό του, ἡ ζυγαριά, τὸ μοναδικὸ ἄψυχο σύμβολο τοῦ κύκλου, καὶ γιὰ τοῦτο κάποιοι ὀνομάζουν τοὺς Ζυγοὺς «ἄψυχους», δηλαδὴ ἀνθρώπους ὅπου μποροῦν νὰ κλειδώνουν τὰ συναισθήματά τους ὥστε νὰ ἀποδίδουν δικαιοσύνη καὶ ὡς γεφυροποιοὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων νὰ παρατηροῦν ψυχρὰ ὅλες τὶς πλευρὲς ὥστε νὰ ἐντοπίζουν τὸ ἀνείδωτο γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτι ὅπου διαπερνᾷ τὰ πράγματα. Αὐτὰ σὲ συμβολικὸ μόνον ἐπίπεδο. Ὅμως κάτι ἀνάλογο νομίζω ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν πολεμικὴ Ἀφροδίτη γιὰ νὰ δαμαστῇ τὸ ἄγριο κῦμα τῶν ἐρωτικῶν ὑδάτων, ἔτσι ὥστε νὰ χρησιμοποιηθῇ γιὰ τὸν σκοπὸ ὅπου ἀνέφερα παραπάνω. Νὰ κατανοήσῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ κοσμικὸ δίκαιο, τὸν συμπαντικὸ Νόμο ὁ ὁποῖος ὑμνεῖται στὸν ὀρφικὸν ὕμνο, καὶ νὰ τὸν υἱοθετήσῃ ὡς μηχανισμὸ κλειδώματος τῶν χαοτικῶν συναισθημάτων τῆς ἀτελοῦς ἀνθρωπίνης φύσεως· ἡ ὁποία ὄντας ἐξαιρετικὰ εὐαίσθητη μπροστὰ στὴν πίεσι τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀνάγκης πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖται σὲ ἀκραῖες συμπεριφορές. Ἔτσι θὰ μπορῇ νὰ διοχετεύῃ τὴν ἐρωτικὴ δύναμι, κοινὸ καὶ μέγα ἔργο μὲ τὸν ἐραστή του, στὸν ἀγῶνα τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς τριπλῆς ἁρμονίας, καὶ νὰ ἐπιτελῇ τὸ κοσμικὸ καὶ προσωπικό του καθῆκον, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἶναι συνυφασμένα. Ἡ ταραχώδης θάλασσα τῶν συναισθημάτων ἄνευ σκοποῦ καὶ προορισμοῦ καταλήγει πολλὲς φορὲς σὲ ναυάγια. Ὅταν ἡ μάχη πολεμηθῇ καὶ ὁ ἀγῶνας ἔχει αἴσια ἔκβασι, ἡ γεωμετρία εἶναι τὸ ἀκριβό μας ἔπαθλο, τὸ χρυσοῦν γέρας. Ἡ γεωμετρία εἶναι (πάντα) τὸ ζητούμενο.
....Σκοπὸς λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου, νὰ μιλήσω γιὰ τὴν φυλή μας, εἶναι τὸ νὰ τακτοποιήσῃ, νὰ γεωμετρήσῃ, τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν πέριξ αὐτοῦ κόσμο, ὥστε καὶ ὁ Κόσμος, μὲ τὴν σειρά του, νὰ τὸν ἀναβαπτίσῃ μέλος θειοτέρου γένους μὲ μεγαλύτερη εὐχέρεια χρήσεως τῆς ἐρωτικῆς δυνάμεως, μία πορεία ὅπου στὸ τέλος τῆς διαδρομῆς, καὶ μέσῳ συνεχομένων ἀλλαγῶν τῆς ψυχονοητικῆς δομῆς τοῦ ὄντος, ὁδηγεῖ στὴν θέωσι. Οἱ ἀδύναμοι ὅμως ἢ μὴ ἕτοιμοι χαρακτῆρες ἀδυνατοῦν νὰ ἀνταπεξέλθουν στὸ κοσμικὸ καὶ προσωπικό τους καθῆκον καὶ μὲ τρόπον ἀδέξιο χειρίζονται τὴν δύναμι. Εἶναι ἐξόχως δύσκολο νὰ δαμάσῃς καὶ νὰ χαλιναγωγήσῃς τὴν ἄγρια ῥοὴ τῶν ἐρωτικῶν ὑδάτων καὶ νὰ ἱππεύσῃς τὸ κῦμα τους, ἐπιλέγοντας συνειδητὰ τὸν παραπάνω τελικὸ προορισμό. Τὸ κλειδὶ κρίνω πὼς εἶναι ἡ διοχέτευσις τῆς δυνάμεως ὅπου χαρίζει ὁ ἔρως στὴν ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὸν ἐραστὴ δημιουργία, κυρίως στὸ πνευματικὸ ἀλλὰ καὶ στὸ ὑλικὸ πεδίο. Διαφορετικὰ καὶ ὅπως βλέπουμε συνήθως νὰ συμβαίνῃ στὴν ζωή, μπορεῖ νὰ ἀποβῇ διαλυτικὴ γιὰ τὸν ἑαυτό, μία ἐμπειρία καταστροφικὴ ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸ Ἐγὼ εἴτε σὲ ὀπισθοχώρησι καὶ περιχαράκωσι εἴτε σὲ ξόδεμμα τοῦ ἱεροῦ σώματος καὶ ἀνώφελο σκόρπισμα τῶν ψυχικῶν δυνάμεων.....
Ἡ ἀπὸ κοινοῦ δημιουργία γεννᾷ τὴν μυητικὴ σχέσι διδασκάλου καὶ μαθητοῦ, ὅπου οἱ ἐραστὲς κατέχουν τοὺς δύο ῥόλους ταυτοχρόνως. Καὶ σαφῶς ἡ ἀνώτερη δημιουργία εἶναι ἡ ἴδια ἡ σχέσις. Δίπλα στοὺς παραλλήλους δρόμους τοῦ μέχρι τότε βίου τῶν ἐραστῶν ξεκινᾷ ἕνας τρίτος κοινός, ἀρχικῶς παράλληλος πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ συγκλίνουν καὶ τελικῶς ἑνώνονται, ἂν καὶ πάντα ὑπάρχει ἕνας μυστικὸς παράδρομος. Μέσα ἀπὸ τὴν κοινὴ ἀπόκτησι ποικίλων ἐμπειριῶν καὶ ἀντιμετωπίζοντας τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς καὶ τὶς εὐχάριστες, οὐδέτερες ἢ δυσάρεστες ἐναλλαγὲς τῆς τύχης, σφυρηλατοῦν παρομοίως, τὰ δύο πρόσωπα ὡς συνασπισμένοι σύμμαχοι πλέον, κοινὸ τρόπο σκέψεως καὶ δράσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν περιστάσεων, ὅμως ὄχι ἁπλῶς υἱοθετῶντας ὁ ἕνας τὸν μηχανισμὸ τοῦ ἄλλου, τοῦτο θὰ ἦταν λάθος. Ὁ νέος κοινὸς τρόπος, εὐγενέστερος καὶ ὑψηλότερος, θὰ πρέπῃ νὰ ὑπερβῇ τοὺς προηγουμένους ἔχοντας ὡς σκοπὸ τὴν ἐξύψωσι τῶν ἐραστῶν σὲ μία νέα ψυχονοητικὴ κατάστασι, στὴν ἀναγέννησι αὐτῶν ὡς κοσμικῶν πολεμιστῶν. Ἡ ἐρωτικὴ δύναμι δύναται, μὲ τὴν ὀρθὴ καὶ πάντα μέσα ἀπὸ λάθη κατακτημένη χρῆσι της, νὰ ἐξυψώσῃ τοὺς ἐραστὲς σὲ ὄντα ἀνώτερα. Νομίζω κάπως ἀνάλογο μὲ τὸν παραπάνω συλλογισμὸ κηρύττει μὲ τὸν ποιητικό του λόγο ὁ Χριστιανόπουλος στὸ ποίημα «Κατάνυξη».
Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.
Καὶ ἐδῶ μοῦ ἔρχεται στὸν νοῦ τὸ σύμβολο τοῦ λυκανθρώπου, ὄχι βεβαίως ἀπὸ τὸν γνωστὸ μῦθο ἀλλὰ μὲ μίαν ἔννοια βαθύτερη ὅπου τοῦ ἀποδίδει ὁ μυστικισμός. Ὁ μύστης λυκάνθρωπος γιὰ ὡρισμένους ἀποκρυφιστὲς εἶναι τὸ ὄν ὅπου κατορθώνει νὰ δαμάσῃ τὴν ἀρχαία δύναμι καὶ νὰ μετατρέπῃ τὸ σκότος σὲ φῶς, τὸ χάος σὲ τάξι, τὴν ἀσχήμια σὲ κάλλος, τὸ κτῆνος σὲ ἄνθρωπο, στὸ μικρό του ἔστω πεδίο· ὄν στὸ σύνορο δύο κόσμων, ὁ κατ’ ἐξοχὴν κοσμικὸς πολεμιστής. Οἱ ἐραστὲς μποροῦν νὰ τιθασεύσουν τὴν ἐρωτικὴ δίνη ἀνοίγοντας πύλη πρὸς τὰ ἀνώτερα πεδία καὶ νὰ αὐλακώσουν τὴν ἀχαλίνωτη ῥοή της καθοδηγῶντας την στὸ νὰ ξεπλένῃ τὸ σκότος μὲ φῶς, τὸ χάος μὲ τάξι, τὴν ἀσχήμια μὲ κάλλος καὶ νὰ ἐξανθρωπίζῃ τὸ ἐντὸς κτῆνος.
Στὴν ἀστρολογία ὁ πλανήτης τῆς Ἀφροδίτης κυβερνᾷ τὸ ζώδιο τῶν Ταύρων καὶ κυρίως τῶν Ζυγῶν. Ὁ ἥλιος στὸν Ζυγὸ εἶναι ὁ νοητὸς ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, γιὰ νὰ δανειστῶ τὴν ὡραία ἔκφρασι ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. Τὸ σύμβολό του, ἡ ζυγαριά, τὸ μοναδικὸ ἄψυχο σύμβολο τοῦ κύκλου, καὶ γιὰ τοῦτο κάποιοι ὀνομάζουν τοὺς Ζυγοὺς «ἄψυχους», δηλαδὴ ἀνθρώπους ὅπου μποροῦν νὰ κλειδώνουν τὰ συναισθήματά τους ὥστε νὰ ἀποδίδουν δικαιοσύνη καὶ ὡς γεφυροποιοὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων νὰ παρατηροῦν ψυχρὰ ὅλες τὶς πλευρὲς ὥστε νὰ ἐντοπίζουν τὸ ἀνείδωτο γιὰ τοὺς πολλοὺς μονοπάτι ὅπου διαπερνᾷ τὰ πράγματα. Αὐτὰ σὲ συμβολικὸ μόνον ἐπίπεδο. Ὅμως κάτι ἀνάλογο νομίζω ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν πολεμικὴ Ἀφροδίτη γιὰ νὰ δαμαστῇ τὸ ἄγριο κῦμα τῶν ἐρωτικῶν ὑδάτων, ἔτσι ὥστε νὰ χρησιμοποιηθῇ γιὰ τὸν σκοπὸ ὅπου ἀνέφερα παραπάνω. Νὰ κατανοήσῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ κοσμικὸ δίκαιο, τὸν συμπαντικὸ Νόμο ὁ ὁποῖος ὑμνεῖται στὸν ὀρφικὸν ὕμνο, καὶ νὰ τὸν υἱοθετήσῃ ὡς μηχανισμὸ κλειδώματος τῶν χαοτικῶν συναισθημάτων τῆς ἀτελοῦς ἀνθρωπίνης φύσεως· ἡ ὁποία ὄντας ἐξαιρετικὰ εὐαίσθητη μπροστὰ στὴν πίεσι τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἀνάγκης πολλὲς φορὲς ὁδηγεῖται σὲ ἀκραῖες συμπεριφορές. Ἔτσι θὰ μπορῇ νὰ διοχετεύῃ τὴν ἐρωτικὴ δύναμι, κοινὸ καὶ μέγα ἔργο μὲ τὸν ἐραστή του, στὸν ἀγῶνα τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς τριπλῆς ἁρμονίας, καὶ νὰ ἐπιτελῇ τὸ κοσμικὸ καὶ προσωπικό του καθῆκον, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἶναι συνυφασμένα. Ἡ ταραχώδης θάλασσα τῶν συναισθημάτων ἄνευ σκοποῦ καὶ προορισμοῦ καταλήγει πολλὲς φορὲς σὲ ναυάγια. Ὅταν ἡ μάχη πολεμηθῇ καὶ ὁ ἀγῶνας ἔχει αἴσια ἔκβασι, ἡ γεωμετρία εἶναι τὸ ἀκριβό μας ἔπαθλο, τὸ χρυσοῦν γέρας. Ἡ γεωμετρία εἶναι (πάντα) τὸ ζητούμενο.
Ευστράτιος Σαρρής
Ετικέτες
γιαΧριστιανόπουλο,
Ευσ. Σαρρής
Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2018
Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου
Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.
Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.
Ν.ΚΑΡΟΥΖΟΣ
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες -
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.
Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα - καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος - ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα -
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου...
Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.
Ν.ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Ετικέτες
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
Τετάρτη 8 Αυγούστου 2018
Ἀστεροσκοπεῖο
Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου
δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς
Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς
Νὰ πεθάνουν
Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ
Μ.ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα
δὲν ξέρουν τί χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς
Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι
δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν
παραμονεύουν
μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια
μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα
μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια
παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς
Νὰ πεθάνουν
Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της
ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι
ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι
ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ
Μ.ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Ετικέτες
άνοιξη,
Μ.ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
Κυριακή 8 Ιουλίου 2018
Εκεινο που φοβαμαι
"Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ είναι μη γίνω «ποιητής» Μην κλειστώ στο δωμάτιο ν’ αγναντεύω τη θάλασσα κι απολησμονήσω. Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις. Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε για να με χρησιμοποιήσει. Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα για να κοιμίζω τους δικούς μου. Μη μάθω μέτρο και τεχνική και κλειστώ μέσα σε αυτά για να με τραγουδήσουν." Κ.Γ.
Ετικέτες
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)