Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

ΓΙΑΤΙ ΗΡΘΑΜΕ ΕΔΩ;















Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
Γιατί δὲ μιλᾷς;
Πές μου!
Γιατί ἤρθαμε ἐδῶ;
Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
Τί θέλουν νὰ ποῦν;

Ὤ, ἂν μποροῦσες νὰ τὰ διαβάσεις!!!
Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…

Ὅταν τέλος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισα…
δὲ βρῆκα παρὰ τοὺς ἴδιους ἔρημους δρόμους,
τὸ ἴδιο καπνοπωλεῖο στὴ γωνιά…

Κι ὁλόκληρο τὸ ἄγνωστο
τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει…
                      Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στό
πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα εδώ σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες τις πέτρες.
                                       ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016

ΑΠΟΚΡΥΦΟ

Ο αέρας είναι ένας μύλος από αγκίστρια—
Ερωτήσεις χωρίς απάντηση,
Λαμπερές και μεθυσμένες σα μύγες
Που του φιλιού τους το κεντρί είναι αβάσταχτο
Μέσα στις δυσώδεις μήτρες του μαύρου αγέρα κάτω απ` τα πεύκα το καλοκαίρι.

Θυμάμαι
Τη νεκρή μυρωδιά του ήλιου στις ξύλινες καμπίνες,
Την ακαμψία των ιστίων, τα μακριά αλατισμένα σάβανα.
Αν έχεις αντικρίσει μια φορά το Θεό, ποια είναι η γιατρειά;
Αν έχεις μια φορά  κατακτηθεί

Χωρίς να μείνει ούτ` ένα κομμάτι,
Ούτε καν ένα δάχτυλο, και αναλωθεί,
Αναλωθεί απόλυτα, στην πυρκαγιά του ήλιου,
Μέσα στο φως από βιτρώ  αρχαίων καθεδρικών
Ποια είναι η γιατρειά;

Η όστια της μετάληψης;
Το βάδισμα πλάι σε ακύμαντα νερά; Η μνήμη ;
Ή να διακρίνεις τα λαμπρά ίχνη
Του Χριστού στα πρόσωπα των τρωκτικών,
Των δειλών λουλουδοφάγων, εκείνων

Που έχουν τόσο ταπεινές ελπίδες, ώστε αισθάνονται άνετα-
Καμπουριασμένη στο παστρικό σπιτάκι της
Κάτω από τις ακτίνες  της αγράμπελης.
Άραγε δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, μόνο τρυφερότητα;
Θυμάται η θάλασσα

Εκείνον που βάδισε πάνω της ;
Το νόημα διαρρέει από τα μόρια .
Οι καμινάδες της πόλης αναπνέουν, το παράθυρο ιδρώνει,
Τα παιδιά  σκιρτούν στα κρεββάτια τους.
Ο ήλιος ανθίζει, είναι ένα γεράνι.

Η καρδιά δεν έχει σταματήσει.
SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εκδόσεις Κέδρος 2003

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Είμαι ασημένιος και ακριβής.
Δεν έχω προκαταλείψεις.
Ότι κι αν δω το καταπίνω αυτομάτως,
Ακριβώς όπως είναι,
Αθάμπωτο από αγάπη ή απαρέσκεια.
Δεν είμαι σκληρός μόνο ειλικρινής.
Το μάτι ενός μικρού θεού, τετραγωνισμένο.
Τον περισσότερο καιρό αυτοσυγκεντρώνομαι στον απέναντι στον απέναντι τοίχο.
Είναι ροζ με στίγματα.
Τον έχω κοιτάξει για τόσο πολύ
Που νομίζω πως είναι μέρος της καρδιάς μου.
Αλλά τρεμοσβήνει.
Πρόσωπα και σκοτάδι μας χωρίζουν ξανά και ξανά.

Τώρα είμαι μια λίμνη. Μια γυναίκα σκύβει από πάνω μου,
Ψάχνοντας στις εκτάσεις μου για το ποιά είναι στ`αλήθεια.
Έπειτα γυρνά σ`αυτούς τους ψεύτες,
Τα κεριά ή το φεγγάρι.
Βλέπω την ράχη της και την καθρεφτίζω πιστά.
Με ανταμείβει με δάκρυα
Κι ένα αγωνιώδες σφίξιμο των χεριών.

Είμαι σημαντικός για εκείνη.
Έρχεται και φεύγει.
Κάθε πρωί είναι το πρόσωπό της που αντικαθιστά το σκοτάδι.
Μέσα μου έχει πνίξει ένα νεαρό κορίτσι
Και από μέσα μου
Μια γριά γυναίκα
Αναδύεται προς το μέρος της μέρα με τη μέρα,
Σαν τρομερό ψάρι.
SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εκδόσεις Κέδρος 2003

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ

Οι ορίζοντες με περικυκλώνουν σαν δεμάτια,
Γερμένα κι ανόμοια, και πάντα ασταθή.
Αν τ` αγγίξει ένα σπίρτο, ίσως με ζεστάνουν,
Και οι ακριβείς γραμμές τους καψαλίσουν τον αέρα
Ώσπου να βαφτεί πορτοκαλής
Προτού τα βάθη που κεντρίζουν εξατμισθούν,
Επιβαρύνοντας τον χλωμό ουρανό μ` ένα πιο συμπαγές χρώμα..
Μα το μόνο που κάνουν είναι να διαλύονται ολοένα
Σαν σειρά από υποσχέσεις, καθώς βαδίζω προς τα μπρος.

Δεν υπάρχει ζωή ψηλότερα απ` τις κορυφές της χλόης
Ή τις καρδιές των προβάτων, και ο αέρας
Ξεχύνεται σαν πεπρωμένο, λυγίζοντας
Τα πάντα προς μια κατεύθυνση.
Τον νιώθω να προσπαθεί
Να σκορπίσει τη θέρμη μου.
Αν παρατηρήσω για πολύ τις ρίζες απ` τα ρείκια,
Θα με προσκαλέσουν
Να λευκάνω τα κόκκαλά μου ανάμεσά τους.

Τα πρόβατα γνωρίζουν που βρίσκονται,
Βόσκωντας μέσα στα βρώμικα μάλλινα σύννεφά τους,
Γκρίζα σαν τον καιρό.
Οι μαύρες σχισμές των βολβών τους με ρουφούν.
Σα να με ταχυδρομούν στο διάστημα,
Ένα αδύναμο, ανόητο μύνημα.
Στέκονται ένα γύρω μεταμφιεσμένα σε γιαγιάδες,
Όλο ψεύτικες μπούκλες και κίτρινα δόντια

Φτάνω σε αυλακιές και σε νερό
Τόσο διαυγές όσο και η μοναξιά
Που σκορπίζεται μές απ` τα δάχτυλά μου.
Άδεια κατώφλια πηγαίνουν από χλόη σε χλόη~
Κούφωμα και περβάζι ξεμανταλώθηκαν μόνα τους.
Απ` τους ανθρώπους ο αέρας θυμάται μόνο
Μερικές παράξενες συλλαβές.
Τις προβάρει θρηνητικά:
Μαύρη πέτρα, μαύρη πέτρα.

Ο ουρανός στηρίζεται σε μένα, σε μένα τον μόνο
Όρθιο ανάμεσα σ` όλα τα οριζόντια.
Το γρασίδι κοπανάει το κεφάλι του σαστισμένα.
Είναι πολύ ευπαθές
Για μια ζωή με τέτοια συντροφιά~
Το σκοτάδι το τρομοκρατεί.
Τώρα, σε κοιλάδες στενές
Και μαύρες σαν πορτοφόλια, τα φώτα των σπιτιών
Λάμπουν σα δεκάρες.
 SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Εκδόσεις Κέδρος 2003

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ

Στην αγορά στοιβάζουν τα ξερόκλαδα.
Μια λόχμη απο σκιές είναι φτωχό πανωφόρι. Κατοικώ
Το κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου, ένα κορμί κούκλας.
Η νόσος ξεκινά εδώ: είμαι ένας χάρτινος στόχος για μάγισσες.
Μόνον ο διάβολος μπορεί να νικήσει το διάβολο.
Στον μήνα των κόκκινων φύλλων, εγώ ανεβαίνω σε μια κλίνη από φωτιά.

Είναι εύκολο να κατηγορήσεις το σκοτάδι: το στόμα μιας πόρτας,
Την κοιλιά του κελαριού. Έσβησαν το πυροτέχνημά  μου.
Μια μαυροντυμένη κυρία με κρατά σ` ένα κλουβί για παπαγάλους.
Τι μεγάλα μάτια που έχουν οι νεκροί !
Έχω στενές σχέσεις  μ` ένα μαλλιαρό πνεύμα.
Καπνός περιστρέφεται από το ράμφος αυτού του άδειου λαγηνιού.

Αν μείνω μικρή, δεν θα προξενήσω καμμιά βλάβη.
Αν μείνω ακίνητη, δεν θ` ανατρέψω τίποτα. Έτσι είπα,
Καθισμένη κάτω απ` το καπάκι, μικροσκοπική και αδρανής σαν κόκκος ρυζιού.
Ανάβουν τα μάτια της κουζίνας, ένα, ένα.
Είμαστε γεμάτοι άμυλο, οι μικροί λευκοί μου σύντροφοι. Μεγαλώνουμε.
Πονάει στην αρχή. Οι κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.

Μητέρα των σκαθαριών, μόνο χαλάρωσε του χεριού σου το σφίξιμο:
Θα πετάξω μέσα απ` το στόμα του κεριού σαν άκαυστη πεταλούδα της νύχτας.
Δώσε πίσω τη μορφή μου. Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τις ημέρες
Που ζευγάρωσα με τη σκόνη στη σκιά μιας πέτρας.
Οι αστράγαλοί μου φωτίζονται. Λάμψη ανέρχεται στους μηρούς μου.
Είμαι χαμένη, χαμένη, μέσα στις εσθήτες  τέτοιου φωτός.
SYLVIA PLATH


Κυριακή 27 Μαρτίου 2016

ΕΡΩΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ

Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
Αν και, όπως μια πέτρα, αυτό δεν μ` ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια
Δεν είναι ότι μ` έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—
Ούτε ότι μ` άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας, ή των αστεριών

Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα: ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
Στον λευκό υατό του χειμώνα—
Όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λειώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάμματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου, σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε γνώρισα αμέσως.

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο, ένα πόδι.
Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.
SYLVIA PLATH
Μετάφραση Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου, Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Εκδόσεις Κέδρος 2003